Η ομιλία του Κώστα Καρδάμη για τα 175 χρόνια από την ίδρυση της Παλιάς Φιλαρμονικής

 

Πριν από ακριβώς 175 χρόνια και τέτοια ώρα περίπου στην οικεία Ριβέλη της σημερινής οδού Θεοδοσίου εννέα Κερκυραίοι συγκεντρώνονταν με σκοπό να ιδρύσουν στην πόλη τους μια Φιλαρμονική Εταιρεία με κύριο στόχο τη διάδοση και τη διδασκαλία της μουσικής τέχνης σε όλες της τις μορφές και, κατά δεύτερο, τη δημιουργία μιας μπάντας, η οποία θα λάμπρυνε τις εκδηλώσεις της πόλης τους.
Ενδεχομένως ούτε οι ίδιοι οι αρχικοί ιδρυτές να μην συνειδητοποιούσαν ότι το απόγευμα εκείνο του Σεπτεμβρίου έβαζαν τις βάσεις για έναν μουσικοεκπαιδευτικό οργανισμό, ο οποίος θα έγραφε τη δική του συνεχή και δίχως ανάπαυλα ιστορία μέσα στις πλέον δύσκολες για τον νεώτερο ελληνισμό συνθήκες.
Εξαιτίας τόσο των δύσκολων καιρών που διένυσε η Φιλαρμονική, όσο και των διαφορετικών ερευνητικών προτεραιοτήτων σε ό,τι αφορά το αφήγημα της εξέλιξης της έντεχνης μουσικής στην Ελλάδα, η Φιλαρμονική, όπως και πολλά άλλα μουσικά ιδρύματα του τόπου, πλαισιώθηκαν από βεβαιότητες, πολλές από τις οποίες δεν είχαν καμία βάση. Αυτό οδήγησε στη δημιουργία αφένος εσφαλμένων εντυπώσεων, οι οποίες όμως εύκολα επαναλαμβάνονταν, και αφετέρου «μυθολογιών», οι οποίες απέκρυβαν τα γεγονότα και στερούσαν τη Φιλαρμονική από τη συνειδητοποίση της πραγματικά κομβικής προσφοράς της. Μερικές από αυτές τις «μυθολογίες» σχετιζόμενες με την ίδρυσή της θα επιχειρηθεί απόψε να αναδειχθούν και να απαντηθούν.

Μύθος 1: Η απαγόρευση από τη βασίλισσα Βικτωρία της συμμετοχής της μπάντας του βρετανικού συντάγματος στην λιτανεία του Αγίου Σπυρίδωνος το 1839 ήταν η αιτία της ίδρυσης της Φιλαρμονικής την επόμενη χρονιά.

Πρόκειται, ενδεχομένως, για τον πλέον διαδεδομένο μύθο σχετικά με την αφορμή (και όχι την αιτία) της ίδρυση της Φιλαρμονικής Εταιρείας Κερκύρας. Ωστόσο, ο αστικός αυτός μύθος με την πεισματική και άνευ στοιχείων επανάληψή του έχει δημιουργήσει διαχρονικά μια σειρά από πλάνες και βεβαιότητες, με πλέον προφανή τη μονοδιάστατη εξίσωση από τον περισσότερο κόσμο των δραστηριοτήτων της Φιλαρμονικής με την μπάντα της και ακόμη περισσότερο με τη συμμετοχή της σε θρησκευτικές τελετές.
Και ξεκινάμε από το απλούστερο και σφαλερότερο: η προαναφερθείσα απαγόρευση πράγματι υπήρξε, αλλά ούτε το 1839 επιβλήθηκε ούτε ειδικά τη συμμετοχή στρατιωτικής μπάντας αφορούσε, ούτε καν ειδικά τα τεκταινόμενα στην Κέρκυρα επιθυμούσε να αλλάξει. Αλλά ας μιλήσουν τα γεγονότα: στις 26 Ιουνίου 1837, έξι μόλις ημέρες μετά τον θάνατο του βασιλιά της Αγγλίας Γουλιέλμου Δ΄ και την ακόλουθη ανάρρηση στον βρετανικό βασιλικό θρόνο της θρυλικής βασίλισσας Βικτωρίας, το γενικό επιτελείο των βρετανικών ενόπλων δυνάμεων (και όχι η Βικτωρία, η οποία μάλλον άλλες προτεραιότητες θα είχε τότε) εξέδωσε την εξής
διαταγή εν είδει εγκυκλίου για όλα τα όπου γης βρετανικά στρατεύματα:
«Έχοντας κριθεί σκόπιμο να οριστούν σταθεροί και συγκεκριμένοι κανόνες σχετικά με το κατά πόσο οι χερσαίες δυνάμεις της Αυτής Μεγαλειότητος στο μέλλον θα αποδίδουν τιμές σε θρησκευτικές τελετές στις ρωμαιοκαθολικές χώρες, στις οποίες το όποιο μέρος των προρρηθεισών δυνάμεων θα τυχαίνει να υπηρετεί, έχω διαταχθεί να απευθύνω στην προσοχή σας τα ακόλουθα, και να εκφράσω την επιθυμία του [αρχιστράτηγου] λόρδου Hill να επιβάλλετε την αυστηρή τήρηση των ίδιων από τα υπό τας διαταγάς σας στρατεύματα: Τα στρατεύματα δεν θα εμφανίζονται, δεν θα βρίσκονται ή δεν θα λαμβάνουν ενεργό μέρος σε λιτανείες ή τελετές. Όλοι οι σκοποί, ωστόσο, θα χαιρετούν την πομπή όταν περνά από τις θέσεις τους ή τις σκοπιές τους, και τα στρατιωτικά σώματα που θα βρίσκονται ένοπλα σε ευθεία γραμμή με την πομπή θα την χαιρετούν, όταν αυτή περνά εμπρός τους, αλλά δεν θα παραμένουν ένοπλα μετά το πέρασμα της πομπής ή δεν θα αναμένουν την επιστροφή της. Οι συνηθισμένοι χαιρετισμοί δια κανονιοβολισμών από τα φρούρια ή τις κανονιοστοιχίες για τις ρωμαιοκαθολικές πομπές μπορούν να συνεχιστούν, αλλά θα δίδεται μια απλή διαταγή χαιρετισμού δια κανονιοβολισμού την ορισμένη ημέρα και ώρα, χωρίς κάποια μνεία του λόγου του κανονιοβολισμού. Ο λόρδος Hill ελπίζει εναγωνίως και θέλει, ασχέτως των προρρηθεισών εντολών, κάθε αξιωματικός, υπαξιωματικός και στρατώτης που βρίκεται υπό τας διαταγάς σας, να συνεχίσει από τούδε να φέρεται με τη μέγιστη ανοχή και [τον μέγιστο] σεβασμό στους λειτουργούς και τα άλλα μέλη του Ρωμαιοκαθολικού Θρησκεύματος, ομοίως και προς όλους τους θρησκευτικούς φορείς, έχοντας συνεχώς κατά νου, ότι οι παρόντες κανονισμοί έγιναν για ανταποκριθούν στους συνειδησιακούς ενδοιασμούς των ατόμων [εννοείται, των Βρετανών στρατιωτικών], χωρίς ούτε κατ’ελάχιστο να ενθαρρύνει ή να σχεδιάζει τη μείωση της γεμάτης σεβασμό υπόληψης, με την οποία πάντοτε ο βρετανικός στρατός προσεγγίζει τα περί θρησκεύματος συναισθήματα, συνήθειες ακόμη και προλήψεις κάθε ξένης χώρας, στην οποία πρέπει να υπηρετεί.»

Το κείμενο αυτό έφτασε στα χέρια του Λόρδου Μεγάλου Αρμοστή των Ιονίων Νήσων, sir Howard Douglas, όπως και στο σύνολο των Βρετανών στρατιωτικών διοικητών όπου γης. Ο Douglas, όμως, επιβεβαιώνοντας στο βρετανικό γενικό επιτελείο στις 24 Ιουλίου 1837 τη λήψη των παραπάνω διαταγών, ανακοίνωσε μια διασταλτική, όπως θα λέγαμε σήμερα, ερμηνεία αυτής της απολύτως σαφούς διαταγής. Αφού πρώτα επεσήμανε ότι κατανόησε ότι οι εντολές που έλαβε αφορούσαν «θρησκευτικές πομπές σε ρωμαιοκαθολικές χώρες» ανακοίνωσε, ότι, «παρότι εδώ [δηλαδή στα Ιόνια Νησιά] δεν είναι ρωμασιοκαθολική χώρα, ωστόσο το πνεύμα των εντολών δείχνει να εφαρμόζεται με ιδιαίτερη αμεσότητα στην πρακτική, η οποία επικρατεί σε αυτά τα νησιά, ώστε έδωσα διαταγές να εφαρμοστούν τα ίδια αυστηρά [μέτρα] από όλα τα στρατεύματα αυτής της διοίκησης». Πράγματι, στις 2 Αυγούστου 1837 ο Douglas, προφανώς χωρίς να αναμένει κάποια επιβεβαίωση από το γενικό επιτελείο, κοινοποίησε στην Ιόνιο Γερουσία την ως άνω διαταγή, παραλείποντας όμως στο κείμενο που έστειλε την παραμικρή αναφορά στον αρχικό περιορισμό των διαταγών στις ρωμαιοκαθολικές χώρες και μη κάνοντας λόγο στη διασταλτική ερμηνεία που έδωσε στις εντολές του στρατιωτικού επιτελείου.

Είναι γεγονός, ότι από την πρώτη στιγμή της έλευσης των Βρετανών στα Επτάνησα υπήρχε εντονότατος σκεπτικισμός για τη συμμετοχή προτεσταντών (κατά βάση) αξιωματικών και στρατιωτών, καθώς και ανώτατων στρατιωτικών και πολιτικών Βρετανών αξιωματούχων, στις «ειδωλολατρικές», όπως τις περιέργραφαν, ορθόδοξες και ρωμαιοκαθολικές τελετές. Η διαταγή του 1837 φαίνεται ότι έδωσε στον Douglas μια καλή ευκαιρία, ερμηνεύοντας τα προβλεπόμενα κατά διασταλτικό τρόπο, να ικανοποιήσει τον σκεπτικισμό αυτό, αλλά και να προκαλέσει το θρησκευτικό συναίσθημα των γηγενών. Χαρακτηριστική είναι η έντονη δυσαρέσκεια που εξέφρασε ο Πρόεδρος της Ιονίου Γερουσίας, Σπυρίδων Βούλγαρης, στις 17 Αυγούστου 1837, γράφοντας με τον πλέον επίσημο τρόπο ότι η συμμετοχή των κατά καιρούς στρατιωτικών δυνάμεων στις κερκυραϊκές θρησκευτικές τελετές ήταν μια συνήθεια τεσσάρων αιώνων που τη σεβάστηκαν «όσες δυνάμεις είχαν καταλάβει [sic] το νησί». Η Γερουσία, επιπλέον, δεν φάνηκε να επιχείρησε σε αυτή τη φάση να λειάνει τα όσα προέβλεπε το διάταγμα Douglas, αλλά αντιθέτως αποφάσισε άμεσα να μεταφραστεί αυτό στην δημοτική ελληνική, να τυπωθεί και να γίνει γνωστό μέσω των Επάρχων και των ιερών ναών.

Έτσι, αρχής γενομένης με τη λιτανεία της 23ης Αυγούστου (11ης με το ιουλιανό ημερολόγιο) οι κερκυραϊκές θρησκευτικές πομπές λάμβαναν χώρα χωρίς τη συμμετοχή βρετανικών στρατιωτικών αποσπασμάτων, αλλά και στρατιωτικής μπάντας, η οποία πράγματι αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος της θρησκευτικής πομπής από την περίοδο της βενετικής διοίκησης. Η απουσία στρατιωτικής συνοδείας (και όχι αποκλειστικά της μπάντας) θεωρήθηκε προσβλητική και έδωσε την αφορμή για να πραγματοποιηθούν μικρής έκτασης επεισόδια πολιτικού χαρακτήρα κατά της διάρκεια της λιτανείας του 1837, στα οποία οι (ρωμαιοκαθολικοί) Ιταλοί πολιτικοί πρόσφυγες δεν φαίνεται να ήταν άμοιροι ευθυνών.

Σε κάθε περίπτωση, με τα παραπάνω γίνεται σαφές ότι ούτε το 1839 ευσταθεί ως χρονιά της περιώνυμης απαγόρευσης, ούτε αυτή αφορούσε αποκλειστικά την Κέρκυρα ή τα Επτάνησα, ούτε έκανε κάποια ιδιαίτερη αναφορά στη μη παρουσία μπάντας. Φαίνεται ότι ο τραχύς, υπεροπτικός και άνευ διπλωματίας χαρακτήρας του Douglas συνετέλεσε στην ιδιαίτερη εφαρμογή των διαταγών του γενικού επιτελείου.
Η περίφημη απαγόρευση του 1837, λοιπόν, δεν είχε καμία συγκεκριμένη μουσική πρόβλεψη και η πατρότητά της δεν ανήκε στη μόλις ημερών βασίλισσα Βικτωρία, ούτε στον Βρετανό αρχιστρατήγο Hill, αλλά επρόκειτο αποκλειστικά για ερμηνεία του Αρμοστή Douglas. Βεβαίως, ένα ερώτημα παραμένει: τι μουσική ακουγόταν στις κερκυραϊκές λιτανείες μεταξύ του Αυγούστου 1837 και Αυγούστου 1841, οπότε και η μπάντα της Φιλαρμονικής παιάνισε πίσω από τα παράθυρα του ιδρύματος την ώρα που περνούσε η πομπή;

Μύθος 2: Στην Κέρκυρα δεν υπήρχε στρατιωτική μπάντα και ερχόταν από τη Μάλτα όποτε εμφανιζόταν ανάγκη, δημιουργώντας και το ανάλογο οικονομικό κόστος στους Βρετανούς. Για τον λόγο αυτό διακόπηκε η συνήθεια αυτή και δημιουργήθηκε η Φιλαρμονική.

Στρατιωτικά μουσικά σώματα ήταν παρόντα στην Κέρκυρα σε όλη τη διάρκεια της περιόδου της βρετανικής διοίκησης, ακόμα και μέχρι την ημέρα της επίσημης απόδοσης των Επτανήσων στην Ελλάδα, παιανίζοντας μάλιστα κατά την αποχώρηση των βρετανικών στρατευμάτων στις 2 Ιουνίου 1864 (21 Μαΐου με το ιουλιανό ημερολόγιο). Οι στρατιωτικές μπάντες έπαιζαν κεντρικό ρόλο στις δημόσιες τελετές, τις στρατιωτικές επιθεωρήσεις και στην ψυχαγωγία αξιωματικών και στρατιωτών, και για τον λόγο αυτό ήταν εν πολλοίς αναπόσπαστα μέρη των στρατιωτικών σχηματισμών. Από την άλλη, έως το 1857 η δημιουργία και διατήρηση στρατιωτικών μουσικών σωμάτων ήταν στη διακριτική ευχέρια των αξιωματικών του εκάστοτε συντάγματος, οι οποίοι και αναλάμβαναν το κόστος δημιουργίας και διατήρησής τους. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα οι βρετανικές μπάντες να αποτελούνται κατά κύριο λόγο από μη στρατιωτικούς. Στην περίπτωση των εδρευόντων στην Κέρκυρα στρατιωτικών μουσικών σωμάτων, αυτά επανδρώνονταν από Ιταλούς μουσικούς και αρχιμουσικούς και ελάχιστους Βρετανούς. Συν τω χρόνω, και ακριβώς εξαιτίας της δραστηριότητας της Φιλαρμονικής Εταιρείας Κερκύρας, στα βρετανικά στρατιωτικά σώματα κατατάσσονταν και Κερκυραίοι μουσικοί, σχεδόν όλοι τους μαθητές της Φιλαρμονικής. Αλλά και πριν την ίδρυση της Εταιρείας υπάρχουν περιπτώσεις Κερκυραίων μουσικών σε βρετανικές μπάντες: ο Αντώνιος Λιμπεράλης, μαθητής του Μάντζαρου και μετέπειτα αρχιμουσικός της μπάντας της Φιλαρμονικής, υπηρέτησε για αρκετά χρόνια ως αρχιμουσικός του 88ου Συντάγματος. Από την άλλη, ο Μάντζαρος εκαλείτο ως εμπειρογνώμονας και εξεταστής των βρετανικών στρατιωτικών μουσικών σωμάτων. Ενδιαφέρουσες είναι και οι αναφορές που θέλουν την μπαντα της κερκυραϊκής Φιλαρμονικής να είναι ανώτερη ποιοτικά από τις αντίστοιχες των βρετανικών συνταγμάτων.

Οι δραστηριότητες των βρετανικών μπαντών μπορεί σχετικά εύκολα να ακολουθηθούν μέσω του επτανησιακού τύπου, των περιηγητών και μεγάλου αριθμού αρχειακών πηγών εντός και εκτός Ελλάδος. Σε κάθε περίπτωση είναι σαφές ότι η απουσία βρετανικών στρατιωτικών σωμάτων στην Κέρκυρα, πολλώ δε μάλλον η μεταφορά τους από τη Μάλτα, ουδέποτε υπήρξε η γενεσιουργός αιτία της ίδρυσης της Φιλαρμονικής, για τον απλούστατο λόγο ότι ουδέποτε έπαψαν να υφίστανται στο νησί μας.

Μύθος 3: Η αρχική στολή της Φιλαρμονικής απαγορεύτηκε από τους Άγγλους, γιατί έφερε κυανά και λευκά χρώματα, τα οποία είχαν ευθεία αναφορά στα εθνικά χρώματα του ελλαδικού βασιλείου.

Ο συγκεκριμένος μύθος ανήκει στη συνομοταξία των μύθων εκείνων, οι οποίοι, βασιζόμενοι εν μέρει στην πραγματικότητα, αντλούν από αυτή εγκυρότητα και για το καθαρά «μυθολογικό» μέρος τους.
Τα πραγματικά γεγονότα, σύμφωνα με αρχειακές πηγές, έχουν ως εξής: στις 4 Σεπτεμβρίου 1841, και με τις ενέργειες για την επάνδρωση της μπάντας του ιδρύματος να είναι σε ώριμο στάδιο, η Γ.Σ. της Φιλαρμονικής ενέκρινε, ανάμεσα από δύο σχέδια στολών που παρουσίασε η Δ.Ε.
Παράλληλα, αποφάσισε έκτακτη εισφορά των ιδρυτών και συνεισφορέων της Φιλαρμονικής, ώστε να αντιμετωπιστούν τα σχετικά έξοδα. Στις 10 Σεπτεμβρίου 1841 η Δ.Ε. αποφάσισε να αποστείλει το σχέδιο αυτό μαζί με το σχετικό αίτημα στην Ιόνιο Γερουσία,8 ώστε να έχει και την σύμφωνη γνώμη της πολιτείας ως προς τη μορφή της στολής με σκοπό η μπάντα της να εμφανιστεί με αυτή κατά τη λιτανεία του Πρωτοκύριακου του 1841.

Η Γερουσία συζήτησε το θέμα δύο εβδομάδες αργότερα, στη συνεδρίαση της 24 Σεπτεμβρίου 1841. Από αυτήν προέκυψε αφενός η ανάγκη γνωμοδότησης και, εμμέσως, έγκρισης από τον Βρετανό Αρμοστή και από τον στρατιωτικό διοικητή της Κέρκυρας, και αφετέρου η εξαιρετικά σημαντική απόφαση της Γερουσίας, ότι σε κάθε περίπτωση αυτή (και όχι η βρετανική διοίκηση) επιθυμούσε τα χρώματα της στολής να είναι τα «εθνικά χρώματα των Ιονίων», δηλαδή το ερυθρό και το ανοικτό μπλε.  Στις 30 Σεπτεμβρίου η Γερουσία έστειλε προς τον Λόρδο Μεγάλο Αρμοστή, τον Σκωτσέζο και φιλελεύθερων φρονημάτων James Alexander Stewart-Mackenzie, σχετική επιστολή, με την οποία του κοινοποιούσε, ότι η Γερουσία δεν είχε να κάνει κάποια παρατήρηση ενάντια στην πρόταση της Φιλαρμονικής, παρά μόνο ότι «θεωρεί πιο βολικό τα χρώματα της στολής να είναι τα εθνικά των Ιονίων». Με αυτά κατά νου η Γερουσία ζητούσε τη θέση του Αρμοστή και, δι’ αυτού, εκείνη του στρατιωτικού διοικητή για το όλο ζήτημα. Πράγματι, ο στρατιωτικός διοικητής Κερκύρας ρωτήθηκε μετά από σχετική επιστολή του Αρμοστή στις 2 Οκτωβρίου και, με σαφή και διπλωματικό τρόπο, απάντησε γραπτώς δύο μέρες αργότερα, ότι από την πλευρά του δεν υπάρχει «κάποια διαφωνία στρατιωτικής φύσεως για την υιοθέτηση της προτεινόμενης στολής». Ο Αρμοστής με τη σειρά του μετέφερε την άποψη του στρατιωτικού διοικητή, αλλά επεσήμαινε ότι ο ίδιος συνέπλεε με την άποψη της Γερουσίας περί των χρωμάτων της στολής.

Η Γερουσία με τα δεδομένα αυτά εξέτασε εκ νέου το αίτημα της Φιλαρμονικής στις 13 Οκτωβρίου 1841 και αποφάσισε την έγκριση της στολής, αλλά με την από τη Γερουσία προτεινόμενη χρωματική αλλαγή. Ωστόσο, ο τρόπος παρουσίασης του σκεπτικού άφηνε έμμεσα να εννοηθεί ότι η παρέμβαση αυτή ήταν θέση του Αρμοστή και του στρατιωτικού διοικητή, γεγονός όμως που δεν υφίσταται. Ωστόσο, την παραπάνω απόφαση και με αυτό ακριβώς το πνεύμα απέστειλε η Γερουσία και γραπτώς στις 14 Οκτωβρίου 1841 στη Φιλαρμονική, ενημερώνοντας σχετικά τον Αρμοστή και τον Έπαρχο Κερκύρας. Η απόφαση αυτή αναγνώστηκε επίσημα στη Γ.Σ. της Φιλαρμονικής στις 16 Οκτωβρίου 1841 χωρίς να υπάρξει κάποια αντίδραση και απλώς αποφασίστηκε η έγκριση των σχετικών εξόδων, δίνοντας, όμως, το εναρκτήριο λάκτισμα ενός ακόμη μύθου.

Οπότε, η αρχική (και μη εγκεκριμένη) στολή είχε πράγματι χρώματα που θα μπορούσαν να παραπέμπουν και στα σχετικώς πρόσφατα τότε αναγνωρισθέντα ελληνικά εθνικά χρώματα. Ωστόσο η νέα χρωματική κατανομή της στολής ήταν πρόταση και απόφαση της απαρτιζόμενης από Επτανήσιους Ιονίου Γερουσίας. Φυσικά, η έμμεση στήριξη του Αρμοστή στις προτάσεις της Γερουσία, η οποία βρισκόταν σε αντίθεση με την όντως χλιαρή και μάλλον αποστασιοποιημένη άποψη του στρατιωτικού διοικητή, ενδεχομένως να υποθάλπει κάποια έμμεση ανάμειξή του στο ζήτημα. Ωστόσο, ακόμα και η παραπομπή του ζητήματος στον Αρμοστή υπήρξε αποκλειστική απόφαση και πρωτοβουλία της Γερουσίας.

Να σημειωθεί, προς επίρρωση των παραπάνω, ότι η πιθανότητα η χρωματική επιλογή να προκαλέσει προβλήματα φαίνεται ότι, ανεπίσημα, ήταν γνωστή στη διοίκηση της Φιλαρμονικής. Στις 14 Σεπτεμβρίου, δέκα ημέρες δηλαδή πριν την πρώτη απόφαση της Γερουσίας και προτού το θέμα πάει στον Αρμοστή, η Δ.Ε. προφανώς βλέποντας την καθυστέρηση της έγκρισης, αποφάσισε για να κερδίσει χρόνο να μη δώσει την παραγγελία των στολών στο εξωτερικό, αλλά σε ράφτη της Κέρκυρας. Είναι, όμως, ενδιαφέρον, ότι παρήγγειλε να έρθει στην Κέρκυρα μονό μπλε ύφασμα (και μάλιστα δύο ποιοτήτων) και όχι και λευκό. Φαίνεται ότι η τελική απόφαση της Γερουσίας εθεωρείτο από τη Φιλαρμονική προδιαγεγραμμένη προτού υπάρξει η όποια απόκριση από τον Αρμοστή.

Φιλαρμονική Εταιρεία Κερκύρας, 1888

Μύθος 4: Οι μουσικοί της μπάντας έπεσαν θύματα εκμετάλλευσης της «άρχουσας τάξης», η οποία και διοικούσε το ίδρυμα με ταξικά κριτήρια.

Είναι απολύτως άγνωστο σήμερα το ότι στις 31 Οκτωβρίου 1841 και ώρα 15.00 στο κτήριο της Φιλαρμονικής, το οποίο βρισκόταν τότε στην Πίνια (εξού και «οδός Φιλαρμονικής») ο συμβολαιογράφος Κωνσταντίνος Παπάκης ανέγνωσε στο εκεί συναγμένο πλήθος «και στα ελληνικά για όσους δεν καταλαβαίνουν την ιταλική» το συμβόλαιο με τους όρους συνεργασίας της Φιλαρμονικής με τους μαθητές πνευστών, οι οποίοι θα απάρτιζαν την μπάντα της.
Η Φιλαρμονική Εταιρεία έδρασε εξ αρχής ως καθόλα νόμιμος φορέας, η διοικητική επιτροπή του οποίου εξουσιοδοτείτο (και εξουσιοδοτείται) από τη Γενική Συνέλευση να πραγματοποιεί καθόλα νόμιμες πράξεις. Μια από αυτές είναι και το παραπάνω συμβόλαιο που παρουσιάζεται εδώ για πρώτη φορά μετά από 174 χρόνια.

Η Φιλαρμονική, παράλληλα με τις άλλες καλλιτεχνικές και εκπαιδευτικές δραστηριότητές της, ήδη από την άνοιξη του 1841 κινήθηκε στο να δημιουργήσει και την μπάντα, η οποία άλλωστε αποτελούσε, όπως είδαμε, τη δεύτερη καταστατική πρόβλεψή της. Απευθύνθηκε δια του τύπου στους Κερκυραίους γνωστοποιώντας τις προθέσεις της (προβλέποντας ακόμη και ότι θα διδάσκει στους ενδιαφερόμενους γραφή και ανάγνωση), ενώ πρέπει να θεωρείται σίγουρο ότι έγιναν και προσωπικές επαφές των μελών της Φιλαρμονικής με συγκεκριμένους υποψήφιους μουσικούς. Με τα δεδομένα αυτά δημιουργήθηκαν οι συνθήκες μιας σύμβασης συνεργασίας μεταξύ της Φιλαρμονικής και των υποψήφιων αρχικών μουσικών της. Ταυτόχρονα, και ορθώς μιας και δεν υπήρχε κάποιο προηγούμενο, οι όροι της συνεργασίας καταγράφηκαν με μορφή συμβολαιογραφικής πράξης.

Όλοι οι συμβαλλόμενοι ήταν παρόντες στην αίθουσα της Εταιρείας εκείνο το οκτωβριάτικο μεσημέρι και όλοι υπέγραψαν το εν λόγω συμβόλαιο, όπως βλέπετε στο κάτω μέρος της σελίδας. Ποιοί ήταν οι συμβαλλόμενοι; Από τη μια πλευρά η διοικητική επιτροπή της Φιλαρμονικής και οι επικεφαλής του μουσικού τμήματός της (Νικόλαος Μάντζαρος, Αντώνιος Λιμπεράλης, Ανδρέας Μαυρομάτης) και από την άλλοι είτε οι ίδιοι οι μαθητευόμενοι μουσικοί (αν ήταν ενήλικοι) είτε οι κηδεμόνες τους (αν ήταν ανήλικοι). Επρόκειτο, λοιπόν, για μια καθόλα τυπική συμβολαιογραφική πράξη, η οποία είχε ταυτόχρονα και την αντίστοιχη νομική ισχύ.

Το εν λόγω συμβόλαιο περιελάμβανε τις δεσμεύσεις της Φιλαρμονικής έναντι των μαθητών της και τις υποχρεώσεις των μαθητών προς τη Φιλαρμονική. Ενδεικτικά: η Φιλαρμονική θα προσέφερε στους μαθητές της όργανο, στολή, δωρεάν μουσική διδασκαλία, θα έδινε αμοιβή από τις υπηρεσίες της μπάντας (πλην των λιτανειών και του τριημέρου της εορτής του Αγίου Σπυρίδωνα, της Μεγάλης Εβδομάδας και συγκεκριμένων άλλων που θα αποφάσιζε επί τουτου η διοίκηση) και επιπλέον οι μουσικοί θα λάμβαναν δωρεάν ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Οι μπαντίστες από την πλευρά τους έπρεπε να συμμετέχουν ανελλιπώς στη διδασκαλία, τις πρόβες και τις υπηρεσίες, ενώ σε περίπτωση απουσίας θα επιβαλλόταν πρόστιμο, το οποίο θα μοιραζόταν στους παρόντες μουσικούς. Η μόνη πραγματικά ανελαστική, αλλά ταυτόχρονα ανταποδοτική, υποχρέωση των μουσικών ήταν ότι δεν μπορούσαν να αποχωρήσουν από τη μπάντα πριν παρέλθουν δέκα έτη, αλλά και πάλι προβλέπονταν εξαιρέσεις (ασθένεια, αδυναμία εκμάθησης, απουσία από το νησί για συγκεκριμένους λόγους κλπ). Σε αντίθετη περίπτωση προβλεπόταν χρηματικό πρόστιμο, αλλά και προσφυγή στα δικαστήρια για αθέτηση συμφωνίας.

Επρόκειτο, λοιπόν, για μια απολύτως αναμενόμενη «εταιρική» πράξη, η οποία στηριζόταν στην αρχή του «δούναι και λαβείν» και ήταν, κατά τα προσφάτως λεχθέντα, «αμοιβαίως επωφελής». Η ωφέλεια για την Εταιρία ήταν προφανής: επίτευξη ενός εκ των καταστατικών στόχων της. Αλλά και η ωφέλεια για τους μουσικούς ήταν σαφής και πολλαπλή: απόκτηση μουσικής κατάρτισης και εργασιακής εμπειρίας, ιατρική περίθαλψη, και άνοιγμα διαφόρων επαγγελματικών διεξόδων, ακόμη και εντός της «δεσμευτικής δεκαετίας». Η επαγγελματική καριέρα σημαντικού αριθμού μπαντιστών εντός και εκτός Κερκύρας κατά τον 19ο αιώνα επιβεβαιώνει τη θέση αυτή.

Για τους παραπάνω λόγους, το «μυστήριο» της προέλευσης των μουσικών της μπάντας της Φιλαρμονικής διαχρονικά από τον μικρομεσαίο κοινωνικό χώρο δεν έχει τίποτα το μυθολογικό: Από τη μια η άρχουσα τάξη δεν είχε κανένα λόγο να επιδιώκει επαγγελματική αποκατάσταση μέσω της μουσικής, ενώ στην περίπτωση της μπάντας η «υψηλή κοινωνία» έπεσε θύμα της τότε κοινωνικής «προκατάληψης» που ήθελε τα πνευστά όργανα να μην αρμόζουν σε εύπορους. Είναι ως προς αυτό χαρακτηριστικό, ότι οι σχολές φωνητικής, εγχόρδων και πιάνου της Φιλαρμονικής προσέλκυαν κατά κύριο λόγο άτομα της προνομιούχου τάξης Από την άλλη, οι λιγότερο προνομιούχες κοινωνικές ομάδες είχαν κάθε λόγο να βλέπουν ως πιθανή επαγγελματική διέξοδο την ενασχόληση με τη μουσική, μιας και την περίοδο εκείνη οι ανάγκες των επτανησιακών και των ελλαδικών θεάτρων κάλπαζαν, στρατιωτικές μπάντες έδρευαν στα Επτάνησα και η μπάντα της ίδιας της Φιλαρμονικής φαινόταν ότι θα αποκτούσε σύντομα δυναμική.

Μύθος 5: Η Φιλαρμονική ήταν (και είναι) μια μπάντα.

Πρόκειται κυρίως για έναν «τουριστικό μύθο», θα λέγαμε, προφανή στην απάντησή του, και για τον λόγο αυτό δεν θα σας κουράσω με τον σχολιασμό του. Από όσα ήδη ειπώθηκαν, αλλά και από τις μελέτες που έχουν δημοσιευτεί την τελευταία δεκαετία, είναι σαφές ότι η Φιλαρμονική ήταν και η μπάντα της, μαζί με τις σχολές εγχόρδων, φωνητικής, πιάνου κ.α. Βεβαίως, η μπάντα είχε πράγματι παρουσία άνευ διακοπής.
Ωστόσο, η ατυχής εξίσωση του όρου «φιλαρμονική» με εκείνον της «μπάντας» ήταν κάτι τόσο σαφές, ώστε το 1960 ο Κερκυραίος μουσικολόγος και παλαιός μαθητής της Φιλαρμονικής, Σπύρος Μοτσενίγος, να ανησυχεί για την επικίνδυνη αυτή ταύτιση κατά τα μεταπολεμικά χρόνια.

Ένα σύντομο σχόλιο, όμως, γιατί επικρατεί σε πολλούς, ιδιαιτέρως επισκέπτες του νησιού, η εντύπωση αυτή. Η πλέον εμφανής δραστηριότητα της Φιλαρμονικής σε ευρύτερο κοινό, με όχι πάντοτε επαρκή μουσική συνειδητοποίηση, είναι η συμμετοχή της μπάντας της στις θρησκευτικές τελετές. Με το δεδομένο ότι ομώνυμοι μουσικοί οργανισμοί στην υπόλοιπη Ελλάδα έχουν πράγματι ως αποκλειστική δραστηριότητα την μπάντα τους, μια τέτοια πεποίθηση για τους επισκέπτες της Κέρκυρας είναι δικαιολογημένη, ιδιαιτέρως εξαιτίας της τουριστικής υπερπροβολής του κερκυραϊκού Πάσχα.

Σταθερή, λοιπόν, η παρουσία της μπάντας στη Φιλαρμονική. Με ασυνέχειες, αλλά όχι μεγάλες (όπως νομιζόταν) η διδασκαλία εγχόρδων, πιάνου και φωνητικής. Άλλωστε, η λειτουργία ωδείου στο πλαίσιο της Φιλαρμονικής στα τέλη της δεκαετίας του 1970 δείχνει ότι, όχι απλώς η διδασκαλία μουσικής πέρα από την μπάντα ουδέποτε έπαψε να απασχολεί το ίδρυμα, αλλά και ότι αναζήτησε την αναβάθμιση της καταστατικής αυτής υποχρέωσής του. Στο ίδιο πνεύμα οφείλεται και η εδώ και δεκαπέντε έτη επαναδραστηριοποίηση της διδασκαλίας εγχόρδων και πιάνου, καθώς η δράση της συμφωνικής ορχήστρας της Φιλαρμονικής.

Πέντε μύθοι και πέντε πραγματικότητες επιχειρήθηκαν να σκιαγραφηθούν απόψε, μιας και άμεσα ή έμμεσα εμπλέκονται ή και ορίζουν πτυχές της διαχρονικής υποδοχής της Φιλαρμονικής. Βεβαίως η αναφορά στις πραγματικές διαστάσεις των μύθων αυτών σε τίποτα δεν μειώνει τη συνεχή κοινωνική και καλλιτεχνική προσφορά της Φιλαρμονικής για 175 χρόνια. Και παραμένει η βεβαιότητα ότι και στα 200 χρόνια της Φιλαρμονικής η δυναμική αυτή θα είναι έτι μεγαλύτερη και πολυεπίπεδη. Παραμένει και η ελπίδα, ότι τότε, στην επέτειο των 200 ετών, ο ομιλών, σχεδόν εβδομηντάρης πια και εφόσον θα είναι παρών, θα ακούσει από κάποιον άλλο την ανασκευή ακόμη περισσότερων (και ίσως νεώτερων) μύθων.

 

* * *