“Πέντε γαλέρες παροπλίστηκαν για την ενίσχυση του φρουρίου και κατεδαφίστηκαν 3.000 σπίτια των προαστίων για να μην μπορούν οι εχθροί να τα χρησιμοποιήσουν σαν καταφύγια. Όχι μόνον ο στρατός αλλά και ο κόσμος, άνδρες και γυναίκες της Κέρκυρας βοηθούσαν στην κατεδάφιση, καταστρέφοντας εθελοντικά τα σπίτια τους, γνωρίζοντας τον άμεσο κίνδυνο υποταγής που διέτρεχαν. Δύο χιλιάδες Ιταλοί και άλλοι τόσοι Κερκυραίοι που ήξεραν από όπλα, υπό τις διαταγές ντόπιων ευγενών, μοιράστηκαν στα φρούρια και στα πιο καίρια σημεία της πόλης κάτω από τις διαταγές του Giacomo Novello και του Έκτακτου Προβλεπτή, Luigi da Riva. Ο Σίμον Λεόνε διοικούσε το στράτευμα και η fortezza da mare (ο λόφος του παλαιού φρουρίου που βλέπει στην θάλασσα) δόθηκε στον Andrea Faliero. Εν τω μεταξύ ο ναύαρχος Doria βρίσκονταν στο λιμάνι της Αγ. Αικατερίνης, κοντά στην Κασσιώπη απ’ όπου έγραψε στον στρατηγό Pesaro προσφέροντας βοήθεια εναντίων των Τούρκων. Και ο βενετός Διοικητής που γνώριζε τον άμεσο κίνδυνο που διέτρεχε το νησί από τον Μπαρμπαρόσα δέχτηκε την βοήθεια. Και οι δύο συμφώνησαν να ενωθούν και να προχωρήσουν σε μάχη όταν ήταν σίγουροι ότι οι συνθήκες θα ήταν ευνοϊκές για αυτούς.
Αποφάσισαν να συγκεντρώσει ο Doria τον στόλο στην Κεφαλλονιά ενώ ό Pesaro θα έμενε στην Κέρκυρα για να οργανώσει καλύτερα την άμυνα. Και όταν έμαθε ότι ο Μπαρμπαρόσσα μπήκε στο κανάλι έφυγε για την Ηγουμενίτσα απ’ όπου έστειλε μπροστά τη γαλέρα του Αγίου Μάρκου. Αυτή η γαλέρα έφερε πάνω της εκατό μπρούτζινες βομβάρδες και ήταν ένα μοναδικό επίτευγμα για την εποχή εκείνη. Ύστερα ο Doria, ενωμένος με τον Giovanni Vitturi, τον διοικητή του δαλματικού στόλου, ξεκίνησε για την Κεφαλλονιά, όπως είχε συμφωνήσει με τον Pesaro, για να δοκιμάσει να καταφέρει ένα χτύπημα στον Μπαρμαρόσσα. Αυτός ο τελευταίος, αφού περιπλανήθηκε σε αυτά τα νερά, στις 25 Αυγούστου, στις δύο το μεσημέρι, εμφανίστηκε και αποβιβάστηκε στην Κέρκυρα συναντώντας ελάχιστη αντίσταση αφού το νησί είχε λίγους αμυνόμενους και δεν μπορούσαν να καλύψουν όλες τις ακτές. Εγώ δεν γνωρίζω γιατί ο Pesaro, που με την βοήθεια του Doria ήταν ισχυρός, και που παρακολουθούσε από μακριά τις τουρκικές κινήσεις, επέτρεψε να γίνει αυτό. Ίσως επειδή δεν ήθελε να διακινδυνεύσει τις δυνάμεις της Δημοκρατίας σε μία μάχη αμφίβολου αποτελέσματος. Επειδή ο εχθρός, φοβισμένος από την θέα του χριστιανικού στόλου, δύσκολα θα άφηνε τα στρατεύματα πάνω στα πλοία και επειδή έφτανε η φθινοπωρινή εποχή και δύσκολα οι Τούρκοι εκστράτευαν σε τέτοια εποχή, θέλω να πιστέψω ότι ο Pesaro ήλπιζε σε ενισχύσεις από την Βενετία, ή ότι ήταν απασχολημένος να κάνει επισκευές στα πλοία τα οποία είχαν δεινοπαθήσει στην μακρά παραμονή στο νερό και φοβόνταν μήπως μία σύγκρουση με τις γαλέρες των άπιστων του κατέστρεφαν την οπισθοφυλακή: Μην μπορώντας να φανταστώ νωθρότητα σε έναν capitano που η φήμη των μεγαλουργιών του είναι τρανή.
Ο Μπαρμαρόσσα λοιπόν, αφού έκαψε το νησάκι των Οθωνών, περνώντας το κανάλι (της Κασιώπης), έκανε το ίδιο και στην ύπαιθρο του νησιού. Αποβίβασε 25.000 στρατό και πέρασε δια φωτιάς και σιδήρου το χωριό του Ποταμού, το οποίο απείχε μόνον 3 μίλια από την πόλη, καταστρέφοντας το.

Και ο Σουλεϊμάν, για να δώσει περισσότερο χρώμα στον πόλεμο, έστησε την τέντα του στα απέναντι παράλια ( Σαγιάδα ) ακριβώς απέναντι από το νησί, και με 50 γαλέρες μετάφερε άλλους 25.000 Τούρκους για να ενισχύσει τον Αριαδηνό, στον οποίο προστέθηκε ο αγάς των γενίτσαρων, ο μπεργεμπέης (μπεηρέλμπεης) της Ανατολής, ο αγάς του Zangouri, ο Μουσταφάς Πασάς και ο Aίας Πασάς. Το πρώτο πράγμα που έκαναν αυτοί οι βάρβαροι ήταν να καταστρέψουν την ύπαιθρο και να λεηλατήσουν όσα μέρη δεν μπορούσαν να αμυνθούν, με τόση ωμότητα που προκαλούσε λύπη σε αυτούς τους ίδιους που τους κατηγορούσαν. Μόνον η πόλη και το Αγγελόκαστρο, μπόρεσαν να αμυνθούν και σώθηκαν από την καταστροφή. Ο Pesaro επέτρεψε την είσοδο στην πόλη σε 3.000 χωρικούς με ότι πολύτιμο κουβαλούσαν μαζί τους σώζοντας τους έτσι τις ζωές και συνάμα βρίσκοντας σε αυτούς το ανθρώπινο δυναμικό για να επανδρώσει το φρούριο του. Οι Τούρκοι πλησίασαν προς την πόλη και παρέδωσαν στις φλόγες τις συνοικίες που δεν είχαν κατεδαφιστεί από τους υπερασπιστές. Πυρπόλησαν για να καταπραΰνουν την φλόγα που έκαιγε μέσα στον Σουλεϊμάν. Οι δικοί μας έκαναν διάφορες εξόδους , νικώντας πάντα τον εχθρό αλλά κρατήθηκαν από τους διοικητές για να μην υπάρξουν απώλειες και για να μην ελαττωθεί ο αριθμός των αμυνομένων. Οι οποίοι αν και νικούσαν, έχαναν πάντα κάποιο σύντροφο τους, οι νίκες δεν μπορούν να κατακτώνται χωρίς ρανίδα αίματος. Οι Τούρκοι συνέχισαν τις βαρβαρότητες μέχρι τις 31 Αυγούστου, οπότε και άρχισαν την πολιορκία της πόλεως, στήνοντας τρείς πυροβολαρχίες. Την πρώτη την έστησαν με οκτώ κανόνια στον λόφο όπου βρίσκεται η εκκλησία του Αγ. Μιχαήλ (San Michele), την άλλη πάνω από τον ναό του Αγ. Βασιλείου (San Basilio) με κατεύθυνση τους Αγ. Πατέρες (Santi Padri) με πέντε κανόνια. Και την τρίτη, κοντά στο εκκλησάκι της Παναγίας, με έντεκα κανόνια. Και από τα τρία μέρη άρχισαν να κανονιοβολούν τα τείχη. Μα οι διοικητές, οι οποίοι είχαν επάρκεια σε όλα εκτός από τα τρόφιμα, ξέροντας καλά ότι στο τέλος θα ήταν αναγκασμένοι να παραδώσουν το φρούριο, και πριν αυτό γίνει, αποφάσισαν να ελευθερωθούν απ’ όλα τα άχρηστα στόματα γνωρίζοντας ότι κάτι τέτοιο ήταν απαραίτητο για την διατήρηση της πολιορκημένης Κέρκυρας. Γέροι, γυναίκες και παιδιά αποκλείστηκαν από την προστασία της πόλης και διώχτηκαν στο έλεος των Τούρκων, οι οποίοι, βλέποντας αυτό που γινόταν δεν τους άφησαν να πλησιάσουν στα χαρακώματα τους. Και αυτοί οι κακόμοιροι, διωγμένοι και από τους Χριστιανούς και από τους Τούρκους, δεν ήξεραν που να πάνε και τι να κάνουν για να σωθούν. Έμοιαζαν με καράβια σπρωγμένα από τον άνεμο που δεν ήξεραν που να πάνε. Ήταν λυπηρό να βλέπεις αυτούς τους δυστυχισμένους να πηγαινοέρχονται ανάμεσα από τις γραμμές των επιτιθέμενων και τα τείχη των αμυνομένων, μια να τρέχουν και μια να κάθονται στο χώμα ακίνητοι και οι γυναίκες να κλαίνε τους άντρες, τα παιδιά τους πατέρες τους, οι γέροι τα παιδιά τους και όλοι μαζί τη Διοίκηση (Regimento) που τους είχε αποκλείσει από την πατρίδα και τους είχε παραδώσει στα χέρια των Τούρκων. Και ήταν μεγάλη η πίστη των Κερκυραίων (που βρίσκονταν μέσα στα τείχη) που δεν πτοήθηκαν από αυτές τις φωνές οι οποίες διατρυπούσαν την ψυχή και άγγιζαν κατά κάποιον τρόπο την τιμή, τιμή για την οποία ήταν πολύ περήφανοι. Θεωρούσαν ότι αν οι γυναίκες τους έπεφταν στα χέρια των Τούρκων θα έχαναν την τιμή τους. Και ότι τα παιδιά θα απαρνούνταν την πίστη τους και θα άρχιζαν να θυσιάζουν στον Μωάμεθ το θεωρούσαν αιτία για πένθος. Και όταν οι γέροι έδειχναν τις ουλές που είχαν στο σώμα τους από περασμένες μάχες στην υπηρεσία του Πρίγκηπα (Δόγη), πολλοί, όχι μόνον Κερκυραίοι αλλά και Βενετσιάνοι, επιθυμούσαν να πεθάνουν για να μην επιζήσουν σε τέτοιου είδους θέαμα. Παρ’ όλα αυτά ήταν αποφασισμένοι να σεβαστούν τις διαταγές, υπερασπίζοντάς τες μέχρι τελευταίας πνοής και κάνοντας τους συγγενείς (που είχαν διωχτεί) ολοκαύτωμα στην πίστη που είχαν προς την Δημοκρατία. Και οι διωγμένοι, μην βρίσκοντας προστασία ούτε ανάμεσα σε φίλους ούτε σε εχθρούς βρήκαν καταφύγιο σε λάκκους. Και οι αμυνόμενοι, βαλλόμενοι και από τις βομβάρδες και από τις φωνές των συγγενών τους, ήταν διπλά χτυπημένοι. Δεν θα ήξερα να πω ποιά χτυπήματα ήταν πιο θανατηφόρα, τα πρώτα σκότωναν τα σώματα, τα δεύτερα τις ψυχές. Σε αυτά τα κακά προστέθηκαν και κάποιες καταιγίδες που έσπειραν την καταστροφή και τον θάνατο σε αυτούς τους δυστυχισμένους οι οποίοι ήταν ήδη ταλαιπωρημένοι (ή δοκιμάζονταν) από την πείνα. Και οι αμυνόμενοι, βλέποντας τους, συνόδευαν την καταιγίδα με τα δάκρυα τους.


Οι Τούρκοι ,εν τω μεταξύ, δεν έπαυαν να χτυπούν την πόλη και προβλέποντας ότι ο κανονιοβολισμός θα έκανε ελάχιστες ζημιές, έστησαν στο βράχο του Βίδου ένα κανόνι των 50 λιβρών. Σε τρείς μέρες έκαναν 19 βολές, μία από τις οποίες χτύπησε τον πύργο της Citadella (ακρόπολης: η ανατολική κορυφή του Παλαιού Φρουρίου) και μία άλλη το πλοίο Grita, προκαλώντας ελαφρές ζημιές. Το σπίτι όπου έμεναν ο capitano και άλλοι αξιωματικοί έπαθε κάποιες ζημιές αλλά ως επί το πλείστον οι μπάλες των κανονιών περνούσαν ψηλά πέφτοντας στην θάλασσα προς την μεριά της Versiada (ο ανοιχτός χώρος μπροστά από τον ναό του Αγ. Γεωργίου στο παλιό φρούριο). Η τελευταία έπεσε στον χώρο του Μαντρακιού. Βλέποντας αυτές τις ελάχιστες ζημιές, οι Τούρκοι εξαγριώθηκαν και έπεσαν πάνω στα χτήματα κόβοντας τα δέντρα, καταστρέφοντας σπίτια και επαύλεις, παίρνοντας σκλάβους όσους άντρες και γυναίκες έβρισκαν στον δρόμο τους. Πολλοί που είχαν καταφύγει μαζί με τα πολύτιμα υπάρχοντα τους στο Μαντράκι, ταλαιπωρημένοι από τις κακουχίες και την βροχή, ανακαλύφθηκαν από τους Τούρκους και ληστεύθηκαν από το χρυσό και το ασήμι που είχαν μαζί τους. Αλλά ούτε εκείνοι που βρίσκονταν μέσα στο Αγγελόκαστρο μπορούσαν να αναπαυθούν γιατί κατά την διάρκεια της πολιορκίας της πόλης αντιμετώπισαν πολλές επιθέσεις από τα στρατεύματα που τριγυρνούσαν στο νησί. Μα αμύνθηκαν με τέτοια ανδρεία που ανάγκαζαν τον εχθρό να υποχωρήσει με μεγάλες απώλειες μεταξύ των στρατιωτών του. Έτσι είχαν τα πράγματα όταν έφτασε στο λιμάνι μία φρεγάτα που οι αμυνόμενοι νόμιζαν ότι έφερνε νέα για κάποια βοήθεια. Πήγαν λοιπόν να μάθουν τα νέα που έφερνε. Τίποτε το καλό δεν έφερε εκτός από την παρουσία της, έχοντας ξεφύγει ανάμεσα από τρία εχθρικά πλοία στην Πάτρα. Ο ιδιοκτήτης ανέφερε ότι στο Πέραμα, λιμάνι της αρχαίας Κέρκυρας, είχε συναντηθεί με 4 γαλέρες που σήκωναν άγκυρα και είχε ρωτήσει τι πλοία ήταν. Του είχαν απαντήσει ότι ήταν βενετσιάνικα του πρίγκηπα Doria. Μα την ίδια στιγμή, σάλπαρε εσπευσμένα, καταλαβαίνοντας ότι τον είχαν εξαπατήσει. Ξέφυγε λοιπόν επιτυχώς με ταχύτητα καταδιωκόμενος από τους άπιστους. Αυτή η αναφορά έγινε μπροστά στον Σίμον Λεόνε και στον Έκτακτο Προβλεπτή Luigi da Riva. Εκείνοι λυπήθηκαν που δεν είχαν νέα από τον Pesaro, ο οποίος έπρεπε πλέον να κάνει κάποια κίνηση, αν όχι για να πολεμήσει, τουλάχιστον για να φέρει εφόδια και τρόφιμα για τους αμυνόμενους οι οποίοι τρέφονταν με μπισκότο (γαλέτα). Μα το σκεπτικό του στρατηγού ήταν διαφορετικό. Το να μάχεσθαι, έλεγε ο Pesaro, είναι επικίνδυνο. Το να φέρνεις βοήθεια αποφεύγοντας την μάχη είναι αδύνατον, αφού το τουρκικό στράτευμα ήταν παντού παρόν στο νησί. Αν νικούσε θα ελευθέρωνε το νησί αλλά θα προκαλούσε λίγες ζημιές στον Σουλεϊμάν, ο οποίος αν και νικημένος στην θάλασσα ήταν ακόμη πολύ δυνατός στην στεριά. Αν πάλι έχανε ποιός θα εξασφάλιζε τις άλλες αποικίες και πόλεις της Δημοκρατίας; Η Κύπρος, ο Χάνδακας, η Δαλματία αλλά και η ίδια η Βενετία τι προστασία θα έβρισκαν ενάντια στα όπλα του Οθωμανού που όσο νικούσε γίνονταν όλο και πιο αυθάδης; Έλπιζε ότι η προχωρημένη εποχή και οι συνεχείς βροχές θα ανάγκαζαν τους βάρβαρους να αποχωρήσουν, ενώ η πόλη θα άντεχε για ακόμα κάποιο χρονικό διάστημα. Δεν αμφιβάλλω ότι έτσι θα σκέφτηκε, όπως δεν αμφιβάλλω ότι ήταν ικανός να διατρέξει οποιονδήποτε κίνδυνο για να μην χαθεί το νησί και τα ενδιαφέροντα της Βενετίας. Και ο Doria θα πολεμούσε με σθένος, μία κατάληψη της Κέρκυρας από τους Τούρκους θα απειλούσε το κοντινό βασίλειο της Νάπολης, και τον ενδιάφερε πάρα πολύ η ασφάλεια του κυρίου του, Καρόλου Ε΄.  Αυτό που θα μπορούσε να κάνει ο Pesaro ήταν να διακινδυνέψει και να στείλει κάποιο πλοίο φορτωμένο με τρόφιμα για να μην βρεθεί σε στερήσεις η πιστή φρουρά της Κέρκυρας. Ή θα έπρεπε πρώτα να είχε φροντίσει αρκετά την πόλη για να μην έβγαιναν εκείνοι που ύστερα πέθαναν. Αλλά αν μέσα στα τείχη υπήρχαν στερήσεις, και αυτοί που ήταν έξω δεν τα περνούσαν καλύτερα. Υπήρχε έλλειψη τροφής. Ίσως να οφείλεται και στην κακοκαιρία, ξέσπασε ανάμεσα στους Τούρκους ένα κακό που δεν ήταν πανούκλα αλλά κάτι όμοιο ,σκοτώνοντας εκατοντάδες κάθε μέρα. Αν και από το στρατόπεδο του Μεγάλου Κυρίου στη Σαγιάδα έφταναν κάθε μέρα ενισχύσεις, παρόλα αυτά δεν επιχείρησαν τίποτε επειδή είχαν καταλάβει την αξία των αμυνόμενων που με σπάνιες εξόδους λιγόστευαν τον αριθμό των εχθρών.

Ο Αίας Πασάς, ο οποίος ήταν ο κυριότερος Οθωμανός διοικητής, δοκίμαζε οποιονδήποτε τρόπο για να φέρει σε πέρας την πολιορκία. Απαντούσε στις επιθέσεις αλλά πάντα μάταια. Και μια μέρα που, ως συνήθως, απωθήθηκε στην τάφρο με μεγάλες απώλειες, αποφάσισε να αφήσει ήσυχους τους αμυνόμενους. Έκανε και πονηριές, όπως το στήσιμο αμέτρητων σκηνών στο στρατόπεδο για να εξασθενίσει το ηθικό των αμυνόμενων και να τους κάνει να σκεφτούν την παράδοση. Αλλά το σθένος των τελευταίων κατέστησε μάταιο το τέχνασμα. Πάλι, παίρνοντας μερικές γαλέρες και συνοδευόμενος από τον Μπαρμπαρόσσα, πήγε στο Καρδάκι όπου είναι η εκκλησία του San Niccolò και η πηγή με τα αιώνια και κρυστάλλινα νερά, και από εκεί θέλησε να βομβαρδίσει την πόλη και το φρούριο μα μόνο μία οβίδα κατάφερε να κτυπήσει ένα σπίτι. Στο τέλος αποχώρησαν και οι δύο και ο Αίας Πασάς , διψασμένος για νίκη ,πέρασε από τον Σουλεϊμάν και κατάφερε να τον αποτρέψει από το να αποχωρήσει. Του είπε ότι ο στρατός, αποδυναμωμένος από την κακιά αρρώστια, από την πείνα και από το σίδερο των αμυνομένων επιθυμούσε να ησυχάσει, του είπε ότι επιμένοντας να πολιορκήσουν την πόλη θα τους έκανε να νικήσουν σε λίγο, διατρέχοντας όμως μεγάλο κίνδυνο. Του είπε ότι οι Γενίτσαροι έδειχναν αναταραχή έχοντας κοντά τους την εξοχή (για πλιάτσικο) και τέλος συμβούλεψε να μην αποχωρήσουν γιατί οι δύο ναύαρχοι, Pesaro και Doria, θα μπορούσαν να επιτεθούν στον οθωμανικό στόλο την ώρα που έπλεε και αυτός ο τελευταίος δεν θα μπορούσε να αντισταθεί γιατί στα πλοία δεν είχαν κάνει συντήρηση και τα πληρώματα είχαν περάσει κακουχίες και αρρώστιες. Ο Σουλεϊμάν, που μέσα του αισθάνονταν ήδη κύριος της Κέρκυρας, δυσαρεστήθηκε πολύ όταν άκουσε αυτά τα λόγια, να πρέπει να υποχωρήσει με ντροπή από ένα μέρος τόσο μικρό! Τι θα πουν, έλεγε μέσα του, οι Χριστιανοί; Ότι ο Σουλεϊμάν νικήθηκε από τους Κερκυραίους! «Εγώ που κατέκτησα την Βούδα μπροστά στα μάτια του Κάρολου θα πρέπει να το σκάσω από την Κέρκυρα; Ένα νησάκι θα καυχηθεί ότι μετρήθηκε με τον Κύριο του κόσμου»; Επειδή εν τω μεταξύ ο Αίας επιθυμούσε να γυρίσει στην Κωνσταντινούπολη, του απάντησε με άλλα επιχειρήματα, στο τέλος κανόνισαν να συγκεντρώσουν τον στρατό με τον λιγότερο δυνατό ατιμωτικό τρόπο. Έστειλαν να καλέσουν τον βενετό Βάιλο και μόλις αυτός έφτασε άρχισαν να του μιλούν για συμφωνίες και για αποζημίωση των υλικών ζημιών, αγωνιώντας να διατηρήσουν την ειρήνη με την Δημοκρατία. Ο Βάιλος, χαρούμενος από την απόφαση του Σουλεϊμάν είπε ότι θα έγραφε αμέσως στη Σύγκλητο και ότι ήταν σίγουρος ότι θα ελάμβανε μία θετική απάντηση. Και έτσι έστειλε διαμέσου ξηράς και θάλασσας τα γράμματά του. Μα οι Τούρκοι δεν ήταν σε θέση να περιμένουν απαντήσεις. Και οι αρρώστιες και η κακοκαιρία τους ανάγκασαν να εγκαταλείψουν το στρατόπεδο. Φόρτωσαν στα πλοία τα κανόνια, ξέστησαν τις σκηνές τους, κατέστρεψαν τις εγκαταστάσεις και ο στρατός ετοιμάστηκε να περάσει το θαλάσσιο στενό. Έκαναν πιο πολλές ζημιές κατά την αποχώρηση παρά πριν, γιατί κατέστρεψαν όλες τις οικίες που είχαν αφήσει ανέπαφες για να μείνουν οι αξιωματικοί τους. Ειδικά κατέστρεψαν το κτίριο ενός ευγενή Κερκυραίου,της οικογένειας Αβράμη, το οποίο ήταν πλούσιο σε αγάλματα, σιντριβάνια και κήπους. Το υπόλοιπο των κατοικιών των συνοικιών κατεδαφίστηκε, όπως κατεδαφίστηκαν επίσης και σπίτια που βρίσκονταν στην εξοχή. Πήραν μαζί τους σκλάβους παραπάνω από 16.000 ψυχές. Εκτός από αυτούς που είχαν ήδη σκλαβώσει πήραν και άλλο κόσμο γιατί μεταμφιεσμένοι σε Κερκυραίους (οι Τούρκοι) κορόιδεψαν πολλούς που είχαν καταφύγει στα βουνά, οι οποίοι γυρίζοντας στα χωριά τους αντί να ξαναγκαλιάσουν τους συγγενείς τους βρέθηκαν αλυσοδεμένοι από τους εχθρούς τους. Θέλοντας να δείξουν ότι κάτι επέτυχαν ξαναεπιτέθηκαν στο Αγγελόκαστρο. Μόλις η είδηση έφτασε στην πόλη έκανε τον Balone di Naldo (που μετά τον θάνατο του Novello είχε γίνει στρατιωτικός Διοικητής –governatore dell’armi-) να βγει από την πόλη με ένα απόσπασμα για να φέρει βοήθεια. Βοήθεια που δεν χρειάστηκε γιατί οι Τούρκοι είχαν ήδη επιχειρήσει μία επίθεση και έχοντας αποκρουστεί με πολλές απώλειες, είχαν αρχίσει την επιβίβαση.

Λεπτομέρεια αναμνητικού μπρούτζινου δίσκου αφιερωμένο στην πολιορκία του 1537

Λεπτομέρεια αναμνητικού μπρούτζινου δίσκου αφιερωμένο στην πολιορκία του 1537

Αυτό δεν συνέβη ούτε στους Παξούς ούτε στο Βουθρωτό όπου, πριν από την πολιορκία της Κέρκυρας, μην μπορώντας να αντιμετωπίσουν ένα αμέτρητο στρατό, είχαν παραδοθεί με ευνοϊκές συνθήκες στον Σουλεϊμάν, ο οποίος πλούσιος σε λάφυρα αλλά φτωχός σε δόξα ξαναγύρισε στο παλάτι του. Έτσι τελείωσε η πολιορκία της Κέρκυρας η οποία, αν και κράτησε μόνον δεκαπέντε ημέρες, μπορεί να θεωρηθεί μια από τις πιο σημαντικές του 16ου αιώνα, συγκρίνοντας τις δυνάμεις των επιτιθέμενων με αυτές των αμυνομένων και υπολογίζοντας την τύχη του Σουλεϊμάν, την έλλειψη ενισχύσεων και την πίστη του κερκυραικού λαού. Και θα πρέπει να είναι ακόμα πιο θαυμαστό το επίτευγμα, αν σκεφτεί κανείς ότι δεκαπέντε χρόνια πριν ο Τούρκος είχε καταφέρει να πάρει τη Ρόδο από τα χέρια των ιπποτών του Αγ. Ιωάννη του Ιεροσολυμίτη και τώρα δεν μπόρεσε να εξουσιάσει ένα νησί πιο αδύναμο. Γνωρίζω πολύ καλά ότι υπήρξε προδοσία ανάμεσα στους Ροδίτες αλλά αυτή ανακαλύφθηκε. Και οι Κερκυραίοι θα έπρεπε να είναι περήφανοι για αυτόν τον λόγο, γιατί δεν είχαν προδότες ανάμεσα τους.
Θα μπορούσε να πει κανείς ότι εκείνη την χρονιά μόνο η Κέρκυρα στάθηκε στο ύψος των χριστιανικών όπλων, παντού αλλού κάτι τέτοιο απέτυχε.
Μετά την αποχώρηση των Τούρκων η ύπαιθρος ήταν τόσο κατεστραμμένη που από το όμορφο της σώμα δεν έμενε παρά ένας παραμορφωμένος σκελετός. Οι αγροί και κάμποι δεν υπόσχονταν τίποτε άλλο εκτός από πείνα. Τα δέντρα ήταν άχρηστοι κορμοί χωρίς άνθη και τα δέντρα φρούτων αν δεν είχαν καρπούς να προσφέρουν γίνονταν τροφή για την φωτιά. Τα πιο ευγενή κτίρια ήταν ένας σωρός από πέτρες, ξύλα και μάρμαρα σπασμένα. Οι αγροικίες δεν έχουν πλέον σπίτια, το ίδιο και τα χωριά, και οι συνοικίες έγιναν καταφύγια ζώων. Μόνον η πόλη σώθηκε από τους Τούρκους που μάστισαν όλο το υπόλοιπο δύστυχο νησί. Και όμως, η πόλη δεν μπορούσε να μην περηφανευτεί ότι δεν είχε τραβήξει κακουχίες. Διότι, εκτός από τους γέρους, γυναίκες και παιδιά που είχαν πεθάνει κατά εκατοντάδες έξω από τα τείχη, μέσα είχε πεθάνει το μεγαλύτερο μέρος των ευγενών έτσι ώστε το Συμβούλιο να μην έχει σύμβουλους. Για να επανορθώσουν αυτήν την έλλειψη και μην μπορώντας να κάνουν τίποτε άλλο, διαλέχτηκαν οι πιο καταφανείς και οι πιο πλούσιοι οίκοι (οικογένειες) και προστέθηκαν στην λίστα των ευγενών. Έτσι, παλιοί και νέοι ευγενείς συγκεντρώθηκαν, όχι στο ανέκαθεν μέρος που είχε καταστραφεί από τους Τούρκους, στο Palaggio Pretorio που βρίσκονταν μέσα στο φρούριο.
Ποιές ήταν οι οικογένειες που προστέθηκαν δεν αξίζει τον κόπο να το μάθουμε, αρκεί εδώ να σημειώσουμε αυτές που παίρνουν μέρος στο Συμβούλιο, τις οποίες κατονομάζω κατά αλφαβητική σειρά για να μην δημιουργήσω μουρμούρες.

Οι οικογένειες (casatι) λοιπόν που την σήμερον ημέρα στην Κέρκυρα απολαμβάνουν τα προνόμια των Ευγενών είναι οι εξής:

Alipuzza Altavilla Antiocho Arcudi Argiro Argiropulo Assimopulo Avloniti Avrami Bacco Baglairin Bambati Baffan Bellanda Beneviti Bua Bulgari Calichiopoulo Calogera Calotheto Camali Canalioti Capadoca Capello Caridà Cariofilo Castrici Cavalari Cavassila Capodistria Cazaiti Cochini Colità Comi Damilo Digoti Dimani Dondi Doria Dramitino Eparcho Festa Figlio Fiomaco Floro Fortio Galiello Gafin Geromeriati Giropetri Giustinian Gonemi Grapsa Lanza Lepegnoti Lisgarà Lucani Lupinà Louvro Marcoran Marmora Masaraki Mastraka Metaxà Midei Minio Morello Mosco Mostoxidi Mozzanega Padouan Palatianò Palazzuol Pandin Pangali Paniperi Papadato Pendamodi Petretin Piero Polilà Politi Prossalendi Quartano Rarturo Reseletti Schiadà Reggini Ricchi Risicari Roditi Rodostamo Romanò Sachlichi Soffianò Spada Spanopulo Spinelli Stefanopoulo Theotochi Tomopulo Trandafilo Triferò Triuolli Vandalacchi Vassilato Veia Venier Vervizioti Vlassopulo Vuglessi Zacchi .”

* * *