Από πόλη-φρούριο, σε πόλη φρουράς

 Η συνθήκη των Παρισίων, που υπογράφτηκε στις 30 Μαΐου 1814, επικυρώνει την οριστική μετά­βαση της Κέρκυρας και των Επτανήσων στο στρατιω­τικό έλεγχο του βρετανικού στέμματος.

Μαζί με τη Μάλτα, την Κύπρο και το Γιβραλτάρ, τα Ιόνια νησιά έρχονται έτσι να αποτελέσουν τις βάσεις ενός συστήματος που συγκροτήθηκε για το στρατηγι­κό έλεγχο ολόκληρης της Μεσογείου: οι Αγγλοι κλη­ρονομούν ένα σύνολο οχυρών που έχουν κατασκευα­στεί από άλλους (Βενετούς, Ισπανούς…), στη διάρκεια της νεότερης εποχής. Ήδη πεπαλαιωμένο στην εσω­τερική αμυντική του υπόσταση, το σύστημα λειτουρ­γεί ad excludendum: η αξία των οχυρών δεν έγκειται τόσο στο ότι επιτελούν τους σκοπούς για τους οποίους ανεγέρθησαν, όσο στο γεγονός ότι η κατοχή τους απο­κλείει την κατοχή από άλλες, αντίπαλες δυνάμεις.
Η Κέρκυρα, ιδιαίτερα, έχασε το ρόλο του συνδετι­κού κρίκου ανάμεσα στην Αδριατική και τη Μεσόγειο, ανάμεσα στη mare nostrum και την ανοιχτή θάλασσα, όταν εξέλιπε εντελώς η τουρκική απειλή, το δεύτερο στοιχείο που υποστήριζε το ρόλο και την ταυτότητα του «οχυρωμένου κόμβου».
Στους κυβερνήτες της Αυτού Μεγαλειότητας τίθε­νται περίπλοκα προβλήματα νομιμοποίησης. Πώς να αναπτυχθεί επιχειρηματολογία, ενώπιον του βρετανι­κού κοινοβουλίου, για τα βάρη από την κατοχή μιας οχυρής θέσης που είχε χάσει μεγάλο μέρος της αμυντι­κής της αξίας; Και, από την άλλη πλευρά, πώς να αι­τιολογηθεί, ενώπιον των πανελλήνιων αξιώσεων, ένας πολιτικός έλεγχος που θα έπρεπε να καλύπτεται με δικαιολογίες στρατιωτικού χαρακτήρα;
Παρά την απώλεια του στρατηγικού της ρόλου, η Κέρκυρα θα διατηρήσει για όλη την περίοδο της βρε­τανικής Προστασίας το χαρακτήρα μιας στρατιωτικής πόλης: ένα παράδοξο φαινόμενο, που χρησιμεύει όμως στο να παρέχει νομιμότητα στη βρετανική παρουσία.
Οι όροι του προβλήματος συνοψίζονται στην κρίση που, σχεδόν σαρκαστικά, εκφράζει ένας στρατιωτικός γιατρός, στα 1822: «Θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε την Κέρκυρα απόρθητη, δεδομένου ότι δεν θα υπάρξει ποτέ ανάγκη να εκπορθηθεί». Επομένως, το σενάριο αλλάζει εκ βάθρων, αλλά, μέχρι το 1864, έτος προσάρτησης των Επτανήσων στο Βασίλειο της Ελλάδας, εξακολουθούν να υφίστανται οι επίσημες προφάσεις, πάνω στις οποίες η Βενετία είχε θεμελιώσει και νομιμοποιήσει την εξουσία της στην περιοχή. Αν και χωρίς να το πιστεύει, η βρετανι­κή διοίκηση προβάλλει την εικόνα της οχυρής Κέρκυ­ρας (defensor Corcyrae), διαιωνίζοντας έτσι ένα τυπι­κό στοιχείο της αστικής μετεξέλιξης στη σύγχρονη ε­ποχή: δηλαδή, «τη μακρά και σύνθετη διαπλοκή ανά­μεσα στην αστική ζωή και τους αμυντικούς λόγους», σύμφωνα με τον καίριο ορισμό του Ennio Concina.

Για να κατανοήσουμε τις διαστάσεις του προβλήμα­τος, πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι για την υπεράσπι­ση των αμυντικών έργων χρειάζονται, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της βρετανικής διοίκησης, από δέκα ως είκοσι χιλιάδες άντρες· το όλον αναφέρεται σ’ έναν πληθυσμό που, μαζί με τις συνοικίες, κυμαίνεται ανά­μεσα στις 13.500 και 17.000, σύμφωνα με διάφορους υπολογισμούς. Ή θα πρέπει να έχουμε κατά νου τη δυσαναλογία ανάμεσα στα στρατιωτικά έξοδα και τα έσοδα: για την επισκευή των αμυντικών έργων θα δαπανηθούν σε επτά χρόνια 154.000 στερλίνες, ένα ποσό που ξεπερνά κατά πολύ το συνολικό ετήσιο προ­ϋπολογισμό του κράτους.

Στο πλαίσιο αυτής της δυσαναλογίας, που επιδει­νώθηκε με την απώλεια της στρατηγικής σημασίας, εγγράφεται η αστική μετεξέλιξη της Κέρκυρας, πρω­τεύουσας του βρετανικού προτεκτοράτου των Ιόνιων νησιών. Η ιστορία της δεν είναι πλέον εκείνη μιας ισχυρότατης πόλης-φρουρίου, αλλά εντάσσεται στο χώρο που οριοθετείται ανάμεσα σε φιλοδοξίες μικρής πρωτεύουσας (petite capitale) και υλικές συνθήκες πόλης φρουράς.

 
Η Esplanade, φαινομενική όψη της βρετανικής καλής διοίκησης
«The only part of the town of Corfu worthy of description or notice is the Esplanade (…) a delightful green, which extends between the town and the ditch that separates the fortress from it.A good travel walk with a double row of trees at each side,unites the fortress to the town ». Με αυτή την εικόνα μας εισάγει ο Οοοάίδδοη, γύρω στα 1822, στο αντιπροσωπευτικότε­ρο μέρος της Κέρκυρας, το μοναδικό που άξιζε μια ε­πιμελή περιγραφή. Τα λόγια του μας δείχνουν ότι, ήδη στην πρώτη εικοσαετία του αιώνα, η Σπιανάδα νοείται ως ενωτικός χώρος, παρά το γεγονός ότι η γένεση της σε κάθε άλλο παρά ενωτικούς λόγους οφείλεται. Αν και στη δημιουργία της συνέβαλαν, με διαφορετικούς σκο­πούς, Βενετσιάνοι, Γάλλοι και Άγγλοι, εντούτοις επι­σκέπτες προερχόμενοι από το Ενωμένο .Βασίλειο αντι­λαμβάνονται την αντανάκλαση μιας κοινής βούλησης.
Η εικονογράφηση του αδόμητου χώρου χρησιμεύει ως λογική και χωροταξική προϋπόθεση για τα κτίρια που το περιβάλλουν και τα οποία στη συνέχεια ανα­λύονται όχι καθαυτά, αλλά ως στοιχεία ενός ευρύτερου πλαισίου: στην περίπτωση αυτής της περιγραφής, αλ­λά και άλλων, Βρισκόμαστε μπροστά σε δοκίμια landscape architecture , όπου το οικοδόμημα με τη μεγαλύ­τερη σπουδαιότητα, το Ανάκτορο του Κυβερνήτη, πα­ρουσιάζεται αδιάρρηκτα συνδεδεμένο ογκομετρικά με τα πέριξ. Γίνεται λόγος, κυρίως, για την ευφυώς επιλε­γμένη θέση του, στο βορειοανατολικό τμήμα· τοποθε­τημένο έτσι, επιτρέπει τη διευθέτηση μιας ακανόνι­στης πλευράς και μετατρέπεται, από νεκρή γωνία, σε οπτικό απρόοπτο. Χάρη στην αλληλουχία των κιόνων, που χαρακτηρίζει την πρόσοψη της, η νέα κατασκευή αποτελεί συνέχεια των περίστυλων οικοδομημάτων του δυτικού μετώπου και της γοητευτικής ομοιομορ­φίας τους: το σύνολο εμφανίζεται, επομένως, ως ένα ε­νιαίο μεγάλο παραλληλεπίπεδο, κλειστό στις δύο πλευρές και ανοιχτό στις άλλες.

Στη μετάβαση από το 18ο στο 19ο αι., από τη βενε­τική κυριαρχία στη βρετανική Προστασία, πραγματο­ποιείται και η μετάβαση από τη Spianata σε Esplanade. ο μεγάλος και απροσδιόριστος αδόμητος χώρος, ο συνδεδεμένος με στρατιωτικές ανάγκες, μεταμορφώ­νεται σε αρχιτεκτονικά καθορισμένο χώρο, που προο­ρίζεται να εκπληρώνει πολιτικές και αστικές λειτουρ­γίες. Παρεμβάλλεται η επέμβαση των Γάλλων, που διέπεται τόσο από στρατηγικούς, όσο και εξωραϊστι­κούς σκοπούς: είναι οι πρώτοι που φυτεύουν εκεί δέντρα και θάμνους, οι πρώτοι που δίνουν αρχιτεκτο­νική αξιοπρέπεια στο πολεοδομικό μέτωπο, αλλά και οι τελευταίοι που την προσδιορίζουν με τη στρατιωτι­κή έκφραση «Πεδίο του Άρεως» (Champ de Mars).

Παρά την απουσία ενός ενιαίου σχεδίου, η Esplanade νοείται ως η πολεοδομική προβολή μιας νέας εποχής, που εγκαινιάστηκε με τη βρετανική διοίκηση. Καλείται, επομένως, να συνοψίσει και να συμπυκνώ­σει τα χαρακτηριστικά της new town (νέας πόλης), που αντικαθιστούν εκείνα της παλιάς πόλης: χαρακτη­ριστικά καθαρότητας και γεωμετρικού ορθολογισμού, σε σαφή αντίθεση με τη λαβυρινθώδη και κατάμεστη πλήθους φυσιογνωμία του ιστορικού οικισμού.
Αυτή η αντίθεση εμφανίζεται πολύ συχνά, σε πιο περίπλοκες μάλιστα μορφές, και όχι απαραίτητα ανα­φερόμενες σε συγκεκριμένα μέρη. Ας πάρουμε για παράδειγμα τη σκεπαστή αγορά που κατασκευάστηκε έξω από τα τείχη: η παρουσία της αποτελεί αναμφι­σβήτητα αντανάκλαση των νέων κανονισμών της αστυ­νομίας, που απαγορεύουν —ή, εν πάση περιπτώσει, περιορίζουν— το πλανόδιο εμπόριο. Η γεωμετρική της δόμηση αντιπροσωπεύει την αντίθεση με την κα­θαρά λεβαντίνικη συμφόρηση των παλιών κερκυραϊ­κών δρόμων.
Η Κέρκυρα δεν φαίνεται, επομένως, να απομακρύ­νεται από τα αποικιακά στερεότυπα και η αντιπαράθε­ση ανάμεσα στις δύο πόλεις γίνεται το ρητορικό σχή­μα στο οποίο στηρίζονται σχεδόν όλες οι περιγραφές των Άγγλων περιηγητών κατά την περίοδο της Προ­στασίας. Η επίσκεψη νοείται σαν ένα είδος ανάβασης, όχι μονάχα με έννοια υψομετρική: ο ταξιδιώτης οδη­γείται από το λιμάνι (χαμηλά) στην Esplanade (ψη­λά) , διά μέσου της χαοτικής και γραφικής ville indigène . Σ’ αυτό το πλαίσιο η ελληνο-βενετσιάνικη πόλη παρουσιάζεται σαν μια από τις πιο ασήμαντες (meanest) πόλεις της Μεσογείου: απτή έκφραση, ως τέτοια, μιας μακράς παράδοσης κακοδιοίκησης.

Εκ πρώτης όψεως, ο ταξιδιώτης αντιλαμβάνεται την Κέρκυρα ως μια ανατολίτικη πόλη, που πιστοποι­είται ως τέτοια στην αγορά, στη διαπλοκή των στενω­πών και των ελισσόμενων δρόμων. Στο υψηλότερο τμήμα, ωστόσο, το ύφος αλλάζει σταδιακά: πλατύτεροι δρόμοι, ανθεκτικότερα οικοδομήματα, ωσότου ο ταξιδιώτης φτάνει σε ένα μεγάλο πλάτωμα (terrace) ή πλατεία (piazza), κλειστή στο ένα άκρο της από την κατοικία (έδρα) του κυβερνήτη και ανοιxτή, από την απέναντι πλευρά, προς την ακρόπολη.

Αλλά ας επιστρέψουμε στη λεπτομερή περιγραφή της Esplanade, που μας παρέχει ο Goodisson: το Α­νάκτορο των Αγίων Μιχαήλ και Γεωργίου σχεδιάστη­κε στα 1818, για να στεγάσει τη νεοεγκαθιδρυθείσα εξουσία και να αποτελέσει την κατοικία του Ύπατου Αρμοστή (Ηigh Commissioner): «… a Hall or rather a House ». Σχεδιαστής του είναι ο George Whitmore, συνταγματάρχης του Βασιλικού Μηχανικού (Royal Εmgineers) και διοικητής του σώματος στη Μάλτα, από το 1811 έως το 1829.
Μόλις έθεσε τον θεμέλιο λίθο (ανήμερα του Αγίου Γεωργίου, στα 1819), ο Μaitland αποφασίζει να εγκα­ταστήσει εκεί και την έδρα της Ιόνιας Βουλής: όπως αναφέρει στο έργο του Recollections, ο αρχιτέκτονας υποχρεώθηκε, έτσι, στην πορεία των εργασιών, να υψώσει ακόμη περισσότερο το ισόγειο και να διευρύ­νει τους περιβάλλοντες χώρους.
Το εργοτάξιο διευθετείται με τον καλύτερο τρόπο υπό τις οδηγίες ενός Μαλτέζου πρωτομάστορα, που δεν γνώριζε ούτε αγγλικά ούτε ελληνικά· τον πλαισιώ­νουν ένας ιδιοφυής λοχίας, που εκτελεί χρέη ξυλουρ­γού, και ένας δεκανέας με την ιδιότητα του λογιστή. Ο Μaitland απαιτεί να ανεγερθεί το κτίριο με την τοφ-φώδη πέτρα της Μάλτας.
Η μακρά δωρική κιονοστοιχία, δηλαδή η πιο πρω­τότυπη επινόηση, συνδέει τις δύο πλευρικές πτέρυ­γες, οι οποίες συναντώνται στο υψηλότερο σημείο της κεντρικής κατασκευής (150 χ 170 πόδια). Ο «πρό­ναος» οδηγεί σε έναν προθάλαμο (μήκους 84 και πλά­τους 34 ποδιών), που πλαισιώνεται από διπλή σειρά ιωνικών κιόνων από εκεί οδηγούμαστε στη rotunda, διαμέτρου 35 ποδιών, που με τη σειρά της οδηγεί από τη μία πλευρά στην αίθουσα του θρόνου και από την ακριβώς απέναντι στην τραπεζαρία.

Σχεδόν σύγχρονος του εν λόγω οικοδομήματος είναι ο κυκλικού σχήματος ιωνικός ναΐσκος, που βρί­σκεται σε στιλιστική και χωροταξική συνάφεια με το μεγαλύτερο οικοδόμημα: η ροτόντα προβάλλει στη Σπιανάδα και το σχήμα της, μαζί με άλλα διακοσμητι­κά στοιχεία, συνιστά ένα συνθετικό πόλο στη συστη­ματοποίηση a verde. Αποπερατώνεται μετά το θάνατο του Μaitland και αφιερώνεται στη μνήμη του: χαρα­κτηριζόμενος ομόφωνα συγκεντρωτικός και δεσποτικός, ο «Κing Tom» αξίζει ένα μαυσωλείο ικανό να αντισταθεί στις μεγάλες μελλοντικές αλλαγές.

Το μέγαρο περατώθηκε στα 1823 και κόστισε συνολικά 45.000 στερλίνες: αν και ανάκτορο, φαίνεται να αντιστοιχεί ως προς τις διαστάσεις, τις αναλογίες και την εσωτερική διαρρύθμιση με τις εξοχικές κατοι­κίες (όπως του Κedleston ή του Syon) και ακολουθεί το πρότυπο αστικής λέσχης, όπως το σχεδόν σύγχρο­νο του United Service Club του Λονδίνου, που σχεδιά­ζει ο John Nash.
Τα στιλιστικά στοιχεία υποδεικνύουν άλλες αναλο­γίες: στη γυψώδη επισημότητα τους, τα αρχιτεκτονή­ματα για τον High Commissioner φαίνεται να προη­γούνται του ύφους που οι Γερμανοί και οι Δανοί θα προτείνουν στις επόμενες δεκαετίες για τη νέα Αθήνα των Wittelsbach.
Από τονMaitland στον Αdam
Ο Sir Thomas Maitland πεθαίνει στη Μάλτα στις 17 Ιανουαρίου 1824, λίγους μήνες μετά τα εγκαίνια του «Ανακτόρου του»· στα καθήκοντα του Ύπατου Αρμοστή των Επτανήσων τον διαδέχεται ένας συνερ­γάτης του, ο στρατηγός Frederick Adam, άλλοτε στρα­τιωτικός υπεύθυνος της Μάλτας. Η προσοχή του με­τατοπίζεται προς τα δημόσια έργα, τομέας στον οποίο ο Μaitland είχε αφιερώσει ένα μέτριο ποσό, που ανα­λογούσε γύρω στο έξι τοις εκατό. Αντιθέτως, ο Αdam θα πολλαπλασιάσει τα κονδύλια που περιλαμβάνονται στο δημόσιο προϋπολογισμό, προωθώντας επενδύσεις στα δημόσια έργα: στην αναστύλωση των οχυρώσεων, την κατασκευή του υδραγωγείου, την υλοποίηση ενός ανώτερου σχολικού συστήματος, την ίδρυση του Πανεπιστημίου.
Έτσι, όπως φαίνεται στην Εspalnade, όπου ο μπρούντζινος αδριάντας περιβάλλεται από νερό, το έργο του Ύπατου Αρμοστή συνδέεται κυρίως με το υδραγωγείο, που εγκαινιάστηκε στα 1831. Δεν πρόκει­ται για μια πρωτοβουλία μικρής σημασίας: δέχεται τα νερά της πηγής του Ποταμού και, αφού διανύσει μια απόσταση εφτά μιλίων, τροφοδοτεί ολόκληρη την πόλη.

Το όνομα του Αdam συνδέεται, επίσης, με το ιωνι­κό αθηναίο, μολονότι προγραμματίστηκε στα 1816 και η τελική απόφαση ελήφθη τον Μάιο του 1823. Τότε η Νομοθετική Συνέλευση εγκρίνει ένα κονδύλι για την ίδρυση του Πανεπιστημίου, αν και δεν δηλώνεται ο τόπος όπου θα ανεγερθεί: αν θα είναι η Κέρκυρα, όπως θα ήθελε ο Αdam, ή η Ιθάκη, όπως οραματίζεται ο εμπνευστής του σχεδίου, ο φιλέλληνας Frederick North, κόμης του Guildford.

Στην πραγματικότητα, το ίδρυμα δεν θα αποκτήσει ποτέ μια δική του έδρα και θα πρέπει να προσαρμόζε­ται στις περιστάσεις: από το 1824, έτος της επίσημης έναρξης της λειτουργίας του, θα φιλοξενείται εν μέρει σε ένα μεγάρο της Σπιανάδας και εν μέρει στο στρατώ­να Grimaniί, κοντά στην Porta Raimonda (Πύλη Ραϊ-μόνδου) της ακρόπολης, την οποία θα μοιράζεται με το προπαρασκευαστικό κολέγιο· από το 1831 το θεο­λογικό τμήμα φιλοξενείται στην εξοχική έπαυλη του Ύπατου Αρμοστή.
Όταν άρχισε να λειτουρ­γεί πλήρως (1838), το ί­δρυμα παρέχει μαθήματα τετραετούς διάρκειας στη φιλολογία και τη φιλοσο­φία, στη θεολογία, στο δί­καιο και στην πολιτική μη­χανική· εκείνο το χρόνο οι εγγεγραμμένοι φτάνουν τους εκατόν πενήντα, ενώ οι καθηγητές είναι εννέα.
Στη δραστηριότητα του Αά3τη οφείλονται, επίσης, πολλά άλλα κοινωφελή έργα: ένα νοσοκομείο στην Παλαιοκαστρίτσα, μια σει­ρά άλλων κατασκευών διά­σπαρτων σχεδόν παντού, ένα δίκτυο αμαξιτών δρό­μων, ιδίως στην Κέρκυρα. Στα χρόνια της διακυβέρνη­σης του τα δημόσια έξοδα ανέρχονται κατά μέσο όρο σε 156.000 στερλίνες ετη­σίως, σχεδόν τα διπλάσια από όσα δαπανήθηκαν στη δεκαετία του Maitland.

Μπορούμε να πούμε ότι, με εξαίρεση το γεγονός του κυβερνητικού μεγάρου και των προσαρτημάτων του, ένα πρόγραμμα για την «Κέρκυρα πρωτεύουσα» ξεκινάει να μορφοποιείται μονάχα με τον Adam, στη διάρκεια των οκτώ χρόνων της διακυβέρνησης του. Η δράση του θα αποτελέσει αντικείμενο κριτικών, προερχόμενων κυρίως από τη βρετανική πλευρά· τον κατηγορούν ιδίως για υπερβο­λική σπατάλη και μεγαλομανία. Ο πιο αδυσώπητος κατήγορος του είναι ο πρώην Διοικητής (Resident) της Κεφαλλονιάς, ο συνταγματάρχης Charles Napier: το κατηγορητήριο του, που εξαπολύθηκε στα 1833, θα αποτελέσει κατά μία έννοια το περιεχόμενο διαπραγ­μάτευσης της καλής αποικιακής διακυβέρνησης. Σε μια Κέρκυρα «absolutely paved with dollars, τερά­στια ποσά ξοδεύτηκαν σε έργα καθαρά εξωραϊστικά, που, κατά τη γνώμη του, δεν είχαν καμιά σχέση με τη λειτουργία του αστικού οργανισμού.

Για να υπογραμμίσει την αυτοκρατορική πολυτέ­λεια με την οποία περιβάλλεται ο κυβερνήτης της Κέρκυρας, ο Νapier προτεί­νει ακόμη ένα κλειδί ερμη­νείας του κλασικισμού, ο ο­ποίος επικρατούσε μέχρι τό­τε. Περισσότερο και από τον «Κing Tom», ο Adamι μπέρ­δεψε την ιδιότητα του Ύπα­του Αρμοστή του Κράτους των Ιονίων νήσων με εκείνην του Προέδρου των Ηνω­μένων Πολιτειών της Αμερι­κής: ένα κράτος 190.000 φτωχών ψυχών διαφέρει από ένα έθνος δώδεκα εκατομμυ­ρίων ευκατάστατων υπηκό­ων, αλλά τα έξοδα συντήρη­σης του άρχοντα του είναι τα ίδια.
Μαρτυρίες αυτής της νεοελληνικής πολυτέλειας, που εξομοιώνει τον Adam με τον Jefferson, τον Jackson και άλλους Αμερικανούς προέδρους, αποτελούν η αρχιτεκτονική των επαύλε­ων στα προάστεια, οι ψευδο-ναΐσκοι, τα αγάλματα σε λευκό μάρμαρο —όπως εκείνο που εγκρίθηκε, αλλά δεν πραγματοποιήθηκε— προς τιμήν του Ύπατου Αρμοστή. Κυρίως, όμως, το κείμενο του Νapier δείχνει με σαφήνεια ότι «η διαδι­κασία» που κινήθηκε κατά του Αdam και των ενεργει­ών του αποτελεί μια από τις σπάνιες συζητήσεις γύρω από τις πιθανές πολεοδομικές στρατηγικές. Έτσι, α­ντιμετωπίζονται θεμελιώδη ερωτήματα, που μέχρι τώρα καλύπτονταν πίσω από το δόγμα της «στρατιω­τικής βρετανικής Προστασίας» (British military protection):
αφορούν στο ρόλο, τον παρόντα και μελλο­ντικό, της Ιόνιας πόλης, στη σημασία που θα πρέπει να αποκτήσει στο πλαίσιο της Βρετανικής αυτοκρατο­ρίας, της Μεσογείου και, κυρίως, των Ιόνιων νησιών.
Κατά τον Napier, η συγκέντρωση πόρων που προο­ρίζονται για την πόλη της Κέρκυρας προδίδει την εφή­μερη και τεχνητή αντίληψη για τη δημοκρατία των Επτανήσων: μόνο μια πιο ισορροπημένη κατανομή επενδύσεων και δημόσιων έργων μπορεί να δημιουρ­γήσει τις προϋποθέσεις για αξιόπιστη παγίωση του Ιόνιου Κράτους. Αυτή η αργή ισχύει κυρίως για τα νησιά της Κεφαλλονιάς και της Ζακύνθου, που είναι τα πολυπληθέστερα και εκείνα που συμβάλλουν περισσότερο από την Κέρκυρα στα δημόσια έσοδα. Η αποκατάσταση της ισορροπίας ανάμεσα στα επτά νησιά, η αποκέντρωση εδρών και προνομίων, που σήμερα συγκεντρώνονται στην πρωτεύουσα, αποτε­λούν τους απαραίτητους όρους για το σχεδιασμό μιας αξιόπιστης εδαφικής βάσης για το μέλλον αυτό συνε­πάγεται την υποβάθμιση της Κέρκυρας στη θέση μιας περιφερειακής πόλης. Σημαίνει, κατ’ ουσίαν, να διευ­κολυνθεί αυτό που γεωγραφία, πολιτική και οικονομία καταδεικνύουν από καιρό και το οποίο, προσθέτει ο Νapier, θα επιδεινωθεί περαιτέρω με την αναπόφευ­κτη διαδικασία της αποστρατικοποίησης.
Δεν είναι τυχαίο ότι το υπόμνημα του Νapier κατα­λήγει με ένα σχέδιο πολυκεντρικής πόλης, που εφαρ­μόστηκε στην Κεφαλλονιά — το μεγαλύτερο, πλου­σιότερο και κεντρικότερο νησί. Και εκείνο, προσθέ­τουμε εμείς, όπου το αντικερκυραϊκό αίσθημα είναι πιο αναπτυγμένο, όπως θα δείξουν οι στάσεις κατά των Βρετανών, το 1848.

Το ομοσπονδιακό νοσοκομείο στην Άσσο, το πανε­πιστημιακό κολέγιο στην Ιθάκη, η έδρα της κυβέρνη­σης στο Αργοστόλι, αποτελούν ορισμένα τμήματα αυτού του σxεδίου αποκέντρωσης. Η Κεφαλλονιά, ιδιαίτερα, θα γινόταν εκ των πραγμάτων το πιο εξοπλι­σμένο κέντρο ολόκληρου του αρχιπελάγους: εδώ βρί­σκονται, πράγματι, κτίρια εθνικής σημασίας, όπως οι φυλακές, η ομοσπονδιακή έδρα της Βουλής (Courts) και των δημοσίων υπηρεσιών (Ρublic Offices), η σκε­παστή αγορά, το Lancastrian School, ένα κτίριο με πολλαπλές λειτουργίες, που περιλαμβάνει σχολεία, χρηματιστήριο και ερασιτεχνικό θέατρο. Υπάρχει, επί­σης, ένας φάρος, του οποίου η σύλληψη θύμιζε δωρι­κό ναό κυκλικού σχήματος.

Όλα είναι σχεδιασμένα από το φιλόπονο χέρι του λοχαγού Κennedy, του στρατιωτικού υπεύθυνου της Κεφαλλονιάς· το σύνολο νοείται σύμφωνα με έναν κάπως σχολαστικό νεοκλασικισμό, ο οποίος όμως εκφράζεται περισσότερο με ωφελιμιστικούς παρά μνημειακούς όρους.
Το σχέδιο της capital city περιλαμβάνει, επίσης, ό,τι κατασκευάστηκε από το 1822 ως το 1830, κατά τη διοίκηση του Νapier. Και δεν είναι λίγα τα έργα: ανάμεσα τους συγκαταλέγονται οι νέες προβλήτες στο Ληξούρι και στο Αργοστόλι, η αγορά, το δικαστικό μέγαρο, η ομοσπονδιακή φυλακή, μοναδική παραχώ­ρηση στις αποκεντρωτικές φιλοδοξίες του. Αυτή η τε­λευταία είναι, ίσως, το πιο ενδιαφέρον οικοδόμημα· το «πανοπτικό» της σχήμα θεωρείται από τον υποκόμη του Κirkwall ανάλογο του «αμερικανικού προτύ­που».
Είναι αξιοσημείωτο ότι όλα αυτά (το θέατρο, το χρηματιστήριο) ενσωματώνονται, χωρίς ορατό όριο, σε μια σειρά αρχιτεκτονικών φαντασιώσεων από τη συνένωση πραγματικών δεδομένων και στοιχείων στη σφαίρα του ονείρου γεννιέται η εφήμερη εικόνα μιας νέας πρωτεύουσας των Επτανήσων, για να αντιταχθεί στην άχρηστη πολυτέλεια της Κέρκυρας.
Αβέβαιες προοπτικές για την Κέρκυρα

Δεν θα είχαμε επιμείνει τόσο πολύ στο σχέδιο Νapier-Kennedy, αν αυτό δεν αποκάλυπτε μια στάση ευρύτερα αποδεκτή έναντι της πόλης της Κέρκυρας και των εύθραυστων πεπρωμένων της ως πρωτεύου­σας του Προτεκτοράτου.

Η πρόταση συμπίπτει οπωσδήποτε με μια καμπή στην εξέλιξη της πρωτεύουσας του Ιονίου, που Βλέπει να σταματούν, μετά το 1832, οι δημόσιου χαρακτήρα οικοδομικές δραστηριότητες. Γι’ αυτή τη νέα κατάστα­ση στασιμότητας συντρέχουν διάφοροι παράγοντες: χάνονται, μεταξύ των άλλων, και εκείνοι που υποστή­ριξαν περισσότερο την ιδέα της Κέρκυρας πρωτεύου­σας (ανάμεσα τους ο Αdam και ο λόρδος Guildford). Στα χρόνια 1830-32 η δρομολόγηση της ελληνικής ανε­ξαρτησίας καταφέρει θανάσιμο πλήγμα σε οποιαδήποτε υπόθε­ση ενδυνάμωσης των στρατιωτικών και α­στικών προσαρμο­γών. Η απουσία μιας πιθανής τουρκικής απεiλής καθιστά ορι­στικά άχρηστη μια οχύρωση τύπου «πύλη της Αδριατικής».

Στα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης και υπό τη συνεπαγόμενη συναισθηματική φόρτιση, ο Αdam μπόρεσε να διαθέσει ένα μεγάλο χρηματικό ποσό για την αναστύλωση των οχυρώσεων ωστόσο, μετά τη διαπίστωση της ουσιαστικής ανυπαρξίας του τουρκι­κού ναυτικού, το έργο της αμυντικής στερέωσης απο­δεικνύεται αναχρονιστικό.

Επιπλέον, με τη δημιουργία του Βασίλειου της Ελλάδας, η Κέρκυρα και τα Ιόνια νησιά παύουν να αποτελούν το μοναδικό σημείο της ελληνικής γης που τίθεται «κάτω από την προστασία ενός χριστιανού βασιλιά», γεγονός το οποίο είχε προκαλέσει, στο παρελθόν, τη συμπάθεια των Ελλήνων οπαδών του αλυτρωτισμού προς τα βρετανικά Επτάνησα: το αρχι­πέλαγος εμφανιζόταν ως ένα προχωρημένο φυλάκιο, που ελευθερώθηκε πρώτο από τον οθωμανικό ζυγό, ένα είδος γης που δεν ανήκε σε κανέναν, όπου γλώσ­σα, θρησκεία και ελληνικός πολιτισμός μπορούσαν να εκφράζονται ελεύθερα, υπό το αυστηρό Βλέμμα του Λέοντα της Αγγλίας.

Περισσότερο και από μια αναχρονιστική στρατιω­τική κηδεμονία, η έννοια του προτεκτοράτου (και, επομένως, η νομιμοποίηση της ισχύος της Αυτής Με­γαλειότητας) αναφερόταν στην πολιτιστική άμυνα, σε ρόλο αντιτουρκικό, ενός μικρού κομματιού του ελλη­νικού έθνους.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Πανεπιστημίου, του πρώτου και για κάποια περίοδο μοναδι­κού ιδρύματος του είδους σε ελληνικό έδαφος. Εξίσου χαρακτηριστικές, για ανάλογους λόγους, είναι οι αιτίες του κλεισίματος του: μετά την Ένωσημε την Ελλάδα, το Πανεπιστήμιο θα πάψει να υφίσταται.

Στα χρόνια του ’30 και του ’40 αλλάζει η αντίλη­ψη που έχει ο ελληνικός αλυτρωτι­σμός για το βρετα­νικό προτεκτοράτο, ήδη θεωρού­μενο ως παράνομη κυριαρχία πάνω σε ένα κομμάτι του πάτριου εδάφους. Αλλάζει, επίσης, η αντίληψη για την Κέρκυρα, που απέχει πολύ πια από το να ταυτίζε­ται με την ιδέα της «πολεμικής μηχανής»: αντιθέτως, ο αμυντικός ρυθμιστικός της ρόλος τώρα εμφανίζεται όχι μόνο πεπαλαιωμένος, αλλά και περιοριστικός. Η εικόνα για ορισμένους είναι εκείνη της «(…) a town fraught with all the vice , and abominations of Venice and shut up with walls »· αυτός που μιλά είναι ο ίδιος ο Νapier, που εγκαθιδρύει έτσι ένα λογικο-τοπογρα-φικό δεσμό ανάμεσα στον οχυρωμένο δακτύλιο, από τη μια πλευρά, και την κατάσταση της ηθικής και υλι­κής ασφυξίας στην οποία διατελεί η πόλη, από την άλλη.

Ξεκινώντας από αυτές τις προϋποθέσεις, ξανανοί­γεται μια παλιά έριδα ανάμεσα στην Κέρκυρα και τις «ιόνιες αδελφούλες» που ο Νapier μπόρεσε να συλλά­βει και με τον τρόπο του να ερμηνεύσει. Οι εξεγέρσεις του 1848 αποδεικνύονται ιδιαίτερα αιματηρές στα μεγαλύτερα κέντρα της Κεφαλλονιάς· το κίνητρο είναι βασικά αντιΒρετανικό, αλλά με φλέβες αντικερκυραϊκές και αντισυγκεντρωτικές. Σε αυτό το πολιτικό πλαί­σιο, τόσο αλλαγμένο μετά το 1832, η προοπτική απαλ­λαγής των Βρετανών από τις υπογρέωσεις τους εμφανί­ζεται αναπότρεπτη· αντιλαμβανόμαστε ότι η επέμβαση των Άγγλων στο θέμα των δημόσιων έργων ελαττώνεται σημαντικότατα. Το γεγονός ισxύει για τα Επτάνησα στο σύνολο τους, αλλά εντοπίζεται κυρίως στην Κέρκυρα. Στους όρους των πολιτικών οικοδομικών και των αστικών (πολεοδομικών) στρατηγικών, η ανοικοδό­μηση της πρωτεύουσας πόλης περιορίζεται κατά την πρώτη εικοσαετία και συμπυκνώνεται κυρίως στην περίοδο 1818-1832 γύρω από την Esplanade: έπειτα δεν θα έxουμε παρά περιορισμένα επεισόδια, αν και λαμπρά και εκφραζόμενα με έναν αποτελεσματικό νεο­κλασικό κώδικα: είναι η περίπτωση, πάνω απ’ όλα, της ανοικοδόμησης του Μεγάρου Καποδίστρια, που περατώθηκε στα 1840.

Λεν είναι τυxαίο σε αυτή τη φάση ότι η μοναδική δημόσια πρωτοβουλία δεν αφορά ούτε το νησί ούτε την πόλη της Κέρκυρας: πρόκειται για τη διάνοιξη του καναλιού της Αγ. Μαύρας (Λευκάδα), που πραγματο­ποιήθηκε εν μέρει στα xρόνια του ’40 και είναι συνδε­δεμένη με το όνομα του Λόρδου Seaton, High Commissioner από το 1843 ως το 1849.

Για την πρωτεύουσα του Προτεκτοράτου, ο καιρός των αποχαιρετισμών και της νοσταλγίας αρχίζει πριν καλά καλά η σημαία του Union Jack υποσταλεί από το Παλιό και το Νέο Φρούριο. «Τhe loss of Corfu, as a naval and military station and as a pleasant winter abode for civilians, will always be deeply and generally regretted », σημειώνει ο λόρδος Κirkwall, τη στιγμή της απόλυσης του.

Μέσα στην αφέλεια της, η δήλωση αυτή έxει σχεδόν προφητική σημασία: η Κέρκυρα «as a kind of earthly paradise » διαγράφεται σε ένα μελλοντικό ρόλο ικανό να υποσκελίσει το ρόλο που είxε της πόλης -φρουράς.

Εναποτίθεται στον πρίγκιπα Alfred, τον Δεκέμβριο του 1859, να εγκαινιάσει ένα συνεxές ρεύμα αριστο­κρατών της ανώτερης τάξης, που θα διαλέξουν το Ιόνιο νησί ως τόπο για τις χειμερινές τους διακοπές· ανάμεσα σ’ αυτούς είναι εκείνοι που φτάνουν με μονα­δικό σκοπό να χαρούν το κλίμα και τις ομορφιές της Κέρκυρας, αλλά υπάρχουν επίσης και οι άλλοι, που επιλέγουν την Κέρκυρα ως παρατηρητήριο για τις κλυδωνισμούς του βασιλικού οίκου της Ελλάδας, με την πρόθεση να θέσουν υποψηφιότητα για μια ενδεχό­μενη διαδοχή.

Αυτή η πληθώρα κεφαλών, λιγότερο ή περισσότε­ρο εστεμμένων, είναι ένα χαρακτηριστικό στοιχείο αυτών των χρόνων της μετάβασης, κατά τους οποίους το πολιτικό πεπρωμένο της Κέρκυρας έχει ήδη χαραχτεί. Αλλά είναι ξεκάθαρο ότι αυτό θα αφήσει τα ίχνη του στη διεθνή αντίληψη.
Στα 1861 αποβιβάζεται, για πρώτη φορά στο νησί, η αυτοκράτειρα της Αυστρίας, η Elisabeth ή Sissi, προορισμένη να γίνει κάτι περισσότερο από κοινή επισκέπτρια: το όνομα της θα συνδεθεί αξεδιάλυτα με εκείνο της Κέρκυρας, όπου θα περάσει μεγάλες περιόδους χειμερινής διαμονής. Μέχρι να ολοκληρωθεί το Αχίλλειο (1891), η Sissi και η ακολουθία της χρησιμοποιούν το Casino της Ανάληψης, που υπήρξε από τα 1831 ως τα 1864 η εξοχική κατοικία του Βρετανού Ηigh Commissioner. Μια μεταβίβαση δικαιωμάτων που φαίνεται να αντιπροσωπεύει καίρια τη μετάβαση από petite capitale σε ville de loisir.
Τον Φεβρουάριο του 1864, ενώ η Sissi και η ακολουθία της αποβιβάζονται στο λιμάνι, εκρήγνυνται νάρκες: τις είχαν τοποθέτησαν οι Royal Engineers, για να κατεδαφίσουν τα έργα της εξωτερικής οχύρωσης. Η πόλη-φρούριο δίνει τη θέση της σε κάτι άλλο, ίσως πλησιέστερο στην ιδέα της Κέρκυρας «as a kind of earthly paradise ».

 

πηγή : Guido Zucconi , Κέρκυρα Ιστορία Αστική ζωή και Αρχιτεκτονική 14ος – 19ος αι.

 

* * *