Πλησιάζοντας προς τον Δεκαπενταύγουστο

 

«Αν ο Μεταξάς δεν με ικανοποιήσει στο θέμα των ορυχείων της Λοκρίδας, θα του πάρω την Κέρκυρα!»
(Ο Τσιάνο στον πρέσβη Γκράτσι το 1939, πάνω στο θέμα εκμετάλλευσης των ορυχείων νικελίου)

Στις 10 Ιουνίου 1940 ο Μουσολίνι κηρύσσει τον πόλεμο στην Μ. Βρετανία και στην Γαλλία. Ξεκινούν οι ναυτικές επιχειρήσεις. Κατά την έναρξη του πολέμου η Ιταλία διαθέτει 115 υποβρύχια, εκ των οποίων τα μισά περίπου αποστέλνονται σε διάφορα υπηρεσιακά θέατρα: 46 στην Μεσόγειο, 6 στην Ερυθρά Θάλασσα και 2 στον Ατλαντικό. Ταυτόχρονα, λόγω της παρουσίας του αγγλικού Στόλου της Μεσογείου, παρουσιάζεται πρόβλημα θαλάσσιας επικοινωνίας με τα Δωδεκάνησα και την Μαύρη Θάλασσα. Κατά τις πρώτες φάσεις του πολέμου, πρωταρχικός σκοπός της Ιταλίας στο Αιγαίο είναι να κρατήσει ανοιχτές τις οδούς επικοινωνίας με την μητρόπολη και να παρεμποδίσει την διέλευση των αγγλικών εμπορικών πλοίων προς και από την Ρουμανία, Τουρκία και Ρωσία.
Αυτούς τους πρώτους μήνες του πολέμου η ιταλική ηγεσία και το Επιτελείο του Ιταλικού Βασιλικού Ναυτικού έχουν την πεποίθηση (η οποία ταυτόχρονα θα πάρει και την μορφή κατηγορίας προς την Ελλάδα) πως  αγγλικά εμπορικά και πολεμικά πλοία εκμεταλλεύονται  τα καταφύγια που προσέφερε το αρχιπέλαγος με τα χιλιάδες νησιά και όρμους, κρατώντας ανοιχτούς τους διαδρόμους ναυτικού εφοδιασμού, με την συναίνεση της ελληνικής κυβέρνησης.
Κύριος υπεύθυνος για αυτή την πεποίθηση ήταν ο κυβερνήτης των Δωδεκανήσων Cesare Maria De Vecchi κόμης του Val Cismon.

Ο De Vecchi δίπλα στον Μουσολίνι κατά την «Πορεία προς την Ρώμη» το 1929

Ο De Vecchi δίπλα στον Μουσολίνι κατά την «Πορεία προς την Ρώμη» το 1929

Ο De Vecchi το 1939 στην Ρόδο, κατά την ημέρα Εορτής του Πεζικού

Ο De Vecchi το 1939 στην Ρόδο, κατά την ημέρα Εορτής του Πεζικού

O De Vecchi, ένας γραφικός χαρακτήρας, μουστακαλής και τέτραρχος της φασιστικής ηγεσίας (Κουαντρουμβίρο), αγενής και αλαζόνας, κυβέρνησε τα Δωδεκάνησα με σκληρότητα, προσβάλλοντας τα αισθήματα του λαού, ειδικά σε θρησκευτικά και γλωσσικά ζητήματα. Μια φορά μάλιστα, η ιταλική πρεσβεία στην Αθήνα υπέστει ένα τετρασέλιδο υβρεολόγιο του, γιατί σε μια επιστολή είχε γραφτεί Patmos αντί του ιταλικοποιημένου Patmo. Ο Τσιάνο στο ημερολόγιό του τον αποκαλεί «ακαταπτόητο παλιάτσιο».

Είχε προτείνει ο ίδιος τον εαυτό του για την θέση του Κυβερνήτη των Δωδεκανήσων και αμέσως ο Μουσολίνι έκρινε ευνοϊκά την πρόταση, καθώς ο De Vecchi είχε έρθει σε σύγκρουση με τους Starace και Farinacci, υψηλόβαθμους του φασισμού και ως εκ τούτου είχε εισπράξει την εχθρότητα του κόμματος.  Όπως έγραψε ο Τσιάνο, υπήρχε ανάγκη «να απομακρυνθεί αυτός ο άνθρωπος από την Ιταλία, παρέχοντάς του έναν προνομιακό διορισμό». Πρακτικά, η αρχή του ρωμαϊκού “promoveatur ut amoveatur” (να προαχθεί έτσι ώστε να απομακρυνθεί).
Άνθρωπος πολεμοχαρής και ξέφρενα δραστήριος, συνήθιζε να επιβιβάζεται σε γρήγορες τορπιλλάκατους MAS και με το μελτέμι να του χαϊδεύει τα μουστάκια έτρεχε να προϋπαντήσει τα υποβρύχια που γύριζαν στην βάση ύστερα από περιπολία, για να ακούσει από πρώτο χέρι τις αναφορές.

Ο De Vecchi άκουγε επίσης με ανυπομονησία τις αναφορές της φασιστικής αεροπορίας που πετούσε πάνω από το ελληνικό αρχιπέλαγος. Οι πιλότοι, νέα παιδιά, συνήθως κινούμενα από ένθερμα φασιστικά συναισθήματα, έβλεπαν παντού αγγλικά πολεμικά και εμπορικά πλοία. Και ο κυβερνήτης, προσβεβλημένος από φρενίτιδα δράσης, εξεγείρονταν, ενώ η αναταραχή του μεταδίδονταν στην Ρώμη.
Στις 3 Ιουλίου 1940 ο Τσιάνο έγραφε στο ημερολόγιό του: «Απευθύνθηκα έντονα στον πρέσβη της Ελλάδος. Ο De Vecchi μου τηλεγραφεί πως αγγλικά πλοία και ίσως και αεροπλάνα βρίσκουν προστασία και ανεφοδιασμό στην Ελλάδα. Ο Μουσολίνι είναι έξω φρενών. Αν αυτή η κατάσταση συνεχιστεί θα αναλάβουμε δράση. Ο Έλληνας πρέσβης προσπάθησε να αρνηθεί αδύναμα αλλά έφυγε με την ουρά στα σκέλια». Και στις 5 Ιουλίου: «Η Ελλάδα, μέσω του πρέσβη της, παρέχει την διαβεβαίωση τήρησης πλήρους ουδετερότητας, την οποία ο Ντούτσε δέχεται με κάθε επιφύλαξη, δεδομένου ότι ο De Vecchi επιμένει στους ισχυρισμούς του».

Οι ισχυρισμοί του Τσιάνο περί παραβίασης της ουδετερότητας προκαλούσαν δυσπιστία στους Ιταλούς στρατιωτικούς ακόλουθους στην Αθήνα. Γράφει o συνταγματάρχης Μοντίνι: «Από τη Ρώμη δεν παρασχέθηκαν ποτέ ακριβείς πληροφορίες, ενώ όλοι οι έλεγχοι που πραγματοποιήθηκαν επιτόπου από εμένα, από τον ναυτικό ακόλουθο Μορίν (ο οποίος διέθετε ένα καλό δίκτυο παρατήρησης), τόσο και από τους προξένους, έδωσαν πάντα αρνητικό αποτέλεσμα. Κατόπιν μάθαμε πως οι πληροφορίες που είχαν προκαλέσει την  δυσαρέσκεια της Ρώμης προέρχονταν από  το Κυβερνείο των Ιταλικών Νησιών του Αιγαίου, βασισμένες σε υπερβολικά βιαστικές εναέριες αναγνωρίσεις, ή σε αναφορές όχι και τόσο ευσυνείδητων πρακτόρων που αισθάνονταν υποχρεωμένοι να αναφέρουν πάντα «κάτι».
Ωστόσο ο Mondini σημειώνει πως δεν ήταν αρκετά σαφής η στάση των ελληνικών αρχών στην περίπτωση κάποιων εμπλοκών. Επίσης, σε μια άλλη περίπτωση ο ίδιος ο ναύαρχος Σακελλαρίου έκανε γνωστό στον πρέσβη Grazzi πως τρία αγγλικά αντιτορπιλικά είχαν καταφύγει στο λιμάνι της Μονεμβασιάς και τους είχε διαταχθεί να φύγουν.
Μικρά ατυχήματα συνέχισαν να παρατηρούνται. Ο Μεταξάς, για να αποδείξει τον ιδιαίτερο ζήλο του ως προς την τήρηση της ουδετερότητας και για να αποφύγει τις ιταλικές διαμαρτυρίες, έσπευδε να αποστείλει διαμαρτυρίες στους Βρετανούς, κάθε φορά που η παραμονή μιας βρετανικής μονάδας σε ελληνικό λιμάνι παρατείνονταν για πολύ καιρό. Αυτή η προσπάθεια του να μην ερεθίσει τον Μουσολίνι και τον Τσιάνο επιβεβαιώνεται και από το ημερολόγιό του.

Επικρατεί λοιπόν μια κατάσταση όπου από ιταλικής πλευράς κυριαρχούν οι ανεξακρίβωτες πληροφορίες και οι ψευδείς πεποιθήσεις, η αλαζονεία του ιταλικού καθεστώτος, η τυπική σκληράδα του Μουσολίνι και κατ’ επέκταση του γαμπρού του Τσιάνο. Σε αυτές θα προστεθούν αργότερα η καταπάτηση των διεθνών κανόνων και συμφωνιών, η επιθυμία της Ιταλίας να οδηγήσει στα άκρα την αντιπαράθεση με την Ελλάδα, η πειρατική συμπεριφορά του Ιταλικού Ναυτικού.

Εν τω μεταξύ τα επεισόδια, φανταστικά ή όχι, διαδέχονταν το ένα το άλλο και οδηγούσαν στην κλιμάκωση αυτής της έντασης που θα έχει σαν αποτέλεσμα τον τορπιλισμό του ΕΛΛΗ: Σύμφωνα με τους Ιταλούς (Τσιάνο), στις 28 Ιουνίου ιταλικό υποβρύχιο δέχτηκε επίθεση κοντά στην Ζάκυνθο, στις 13 Ιουλίου ένα άλλο υποβρύχιο δέχτηκε επίθεση από αεροπλάνο 40 μίλια ανοιχτά της Λευκάδας, στις 29 Ιουλίου ένα ακόμα υποβρύχιο δέχτηκε επίθεση και μάλλον βυθίστηκε από αεροπλάνο και ανθυποβρυχιακό μέσο που προέρχονταν από την Ζάκυνθο. Πάντα την ίδια περίοδο, στις 12 Ιουλίου, κοντά στο φάρο της Γραμβούσας στην Δ. Κρήτη, η ιταλική αεροπορία, λόγω λανθασμένων εκτιμήσεων, επετίθετο χωρίς επιτυχία στο ΩΡΙΩΝ, ένα ελληνικό βοηθητικό φαρικών αποστολών,  και στην συνέχεια στο αντιτορπιλικό ΥΔΡΑ, πάντα χωρίς επιτυχία, το οποίο είχε σπεύσει στην περιοχή ύστερα από κλήση  του ΩΡΙΩΝ. Λίγες μέρες αργότερα, ελληνικά υποβρύχια βομβαρδίστηκαν από ιταλικά αεροπλάνα στον κόλπο της Ιτέας. Στο τέλος του ίδιου μήνα τα ελληνικά αντιτορπιλικά, «Βασιλεύς Γεώργιος» και «Βασίλισσα Ολγα», καθώς και δύο ελληνικά υποβρύχια δέχτηκαν αιφνιδιαστική επίθεση της ιταλικής αεροπορίας. Στις 2 Αυγούστου 1940 βομβαρδίστηκε τελωνειακή ακτοφυλακίδα.
Αποκορύφωμα της έντασης αποτέλεσε η βύθιση του ναυλωμένου από τους Ιταλούς ελληνικού τάνκερ ΕΡΜΙΟΝΗ, το οποίο μετέφερε πετρέλαιο στα Δωδεκάνησα και που θα βυθιστεί από αγγλικά ελαφρά καταδρομικά, στις 28 Ιουλίου. Μετά την βύθιση η ελληνική κυβέρνηση υπέβαλλε διαμαρτυρία για το περιστατικό αυτό και παρατήρησε ότι θα μπορούσε να οδηγήσει μόνο σε μια κλιμάκωση, η οποία θα μπορούσε να είναι επιζήμια για τα συμφέροντα της Βρετανίας. Στους ιταλικούς κύκλους το περιστατικό ενίσχυσε τις υποψίες πως υπήρξε συμπαιγνία μεταξύ ελληνικών και βρετανικών αρχών.

Το DELFINO με χρώματα παραλλαγής.

Το DELFINO με χρώματα παραλλαγής.

RSMG_Delfino_1930

Το DELFINO κατά την καθέλκυσή του (1930)

 Σχέδιο επίθεσης στην ναυτιλιακή κίνηση στο Αιγαίο

Στις 4 Αυγούστου το Ιταλικό Επιτελείο Π. Ναυτικού (SUPERMARINA) θα παρουσιάσει το «Σχέδιο επίθεσης στην ναυτιλιακή κίνηση στο Αιγαίο». Το σχέδιο ήταν ένα απόσταγμα φασιστικής νοοτροπίας, όπου δεν λογαριάζονταν τα χωρικά ύδατα, το διεθνές Δίκαιο, οι κανόνες εμπλοκής, οι υπογεγραμμένες διεθνείς συμφωνίες.

Στο σχέδιο, το Ιταλικό Επιτελείο κατήγγειλε την αισθητά πυκνή βρετανική παρουσία και διακίνηση στο Αιγαίο, αρνούνταν να παίξει τον ρόλο του απλού θεατή και πρότεινε άμεσες λύσεις για την αντιμετώπιση του προβλήματος.
Για τους Ιταλούς επιτελείς, το γεγονός πως όλα τα νησιά του Αιγαίου – εκτός από τα Δωδεκάνησα, την Ίμβρο και την Τένεδο – ανήκαν στην Ελλάδα, απλοποιούσε τα πράγματα κάτω από το στρατιωτικο-νομικό πρίσμα.

Ένα ακόμα νομικό εμπόδιο που έπρεπε να ξεπεραστεί ήταν η συμφωνία της Ναυτικής Συνδιάσκεψης του Λονδίνου του 1930, που είχε υπογραφτεί από το Ηνωμένο Βασίλειο, Ιαπωνία, Γαλλία, Ιταλία και ΗΠΑ.  Ειδικά το άρθρο 22, περί υποβρυχίων, καθόριζε πως πλην της περίπτωσης επίμονης άρνησης ενός πλοίου να σταματήσει, ένα υποβρύχιο δεν μπορούσε να βυθίσει ή να εξουδετερώσει ένα οποιοδήποτε τύπο πλοίου, αν πρώτα δεν εξασφάλιζε την ασφάλεια των επιβατών, του πληρώματος και των εγγράφων στις συγκεκριμένες καιρικές συνθήκες, είτε διαμέσου αποβίβασής του σε κοντινή ξηρά, είτε διαμέσου μεταφοράς τους σε άλλο παρόν πλοίο.
Σύμφωνα με τους Ιταλούς, σε οποιοδήποτε σημείο του Αιγαίου βυθίζονταν ένα πλοίο, πάντα υπήρχε εκεί κοντά κάποιο νησί όπου θα αναζητούσαν σωτηρία οι ναυαγοί, οπότε οι συμφωνίες της Συνδιάσκεψης μπορούσαν να θεωρηθούν τηρημένες και σεβαστές.

Έχοντας «ξεπεράσει» τα νομικά κωλύματα, οι επιτελείς περνούσαν στις προτάσεις για δράση:
Θα έπρεπε να δημιουργηθούν ακριβείς και «προτεινόμενες» ρότες/ δίαυλοι ναυσιπλοΐας στο Αιγαίο, όπου θα διοχετεύονταν όλη η ναυτιλιακή κίνηση, οι οποίες θα περνούσαν από συγκεκριμένα λιμάνια και τοποθεσίες, ώστε να είναι δυνατή η οπτική παρατήρηση αλλά και η δυνατότητα ελέγχου από τις ιταλικές αρχές. Οποιοδήποτε πλοίο βρίσκονταν εκτός αυτών των διαύλων θα μπορούσε να βυθιστεί χωρίς προειδοποίηση, ή, αν οι συνθήκες το επέτρεπαν, με κάποια προειδοποίηση ώστε να αποβιβαστεί το πλήρωμα στην πλησιέστερη ξηρά.

Οι προτεινόμενες ρότες, οι οποίες αφορούσαν τους πιο συχνούς προορισμούς της ναυτιλιακής κίνησης (Πειραιάς, Θεσσαλονίκη, Δαρδανέλια) σημειώνονται στο παρακάτω σχεδιάγραμμα:

Αιγαίο

Η ρότα της Διώρυγας της Κορίνθου δεν θεωρούνταν ύποπτη, αντίθετα ύποπτες θεωρούνταν η ρότα που περνούσε μεταξύ Κυθήρων και Πελοποννήσου και αυτή νότια της Κρήτης.
Συγκεκριμένα, οι Ιταλοί απαιτούσαν να ακολουθηθούν συγκεκριμένες διαδρομές που θα έφερναν τα διερχόμενα πλοία να περάσουν μπροστά από την Πάτμο, όπου θα υπήρχε σταθμός επίσκεψης και ελέγχου και ένας σταθμός παρατήρησης στο ακρωτήριο Πρασονήσι της Ρόδου, όπου τα πλοία θα ήταν υποχρεωμένα να διέρχονται μόνο με το φως της ημέρας. Ακόμη ένας σταθμός παρατήρησης θα κατασκευάζονταν στην Αστυπάλαια. Στην Πάτμο τα πλοία θα ήταν υποχρεωμένα να επιδείξουν πιστοποιητικά ναυσιπλοΐας που θα εκδίδονταν από τα ιταλικά προξενικά γραφεία του λιμανιού αναχώρησης. Οι «προτεινόμενες» διαδρομές προς Αθήνα και Θεσσαλονίκη διέρχονταν από στενά, ώστε να διευκολύνουν την επιτήρηση και την ετοιμασία ενεδρών.
Ήταν το σχέδιο εφαρμογής της ιδέας του mare nostrum, με την υπεροπτική Ιταλία να έχει την μοναδική και απόλυτη δικαιοδοσία στο Αιγαίο και την Ελλάδα, απλό παρατηρητή, να υφίσταται τις ιταλικές παραβιάσεις όλων των διεθνών νόμων. Κάτι τέτοιο δεν θα γίνονταν δεκτό ούτε από την Ελλάδα και φυσικά ούτε από την Μ. Βρετανία.

Ως προς τον τρόπο δράσης, οι Ιταλοί επιτελείς είχαν μια συγκεκριμένη και δοκιμασμένη συνταγή, πειρατικής φύσης, η οποία όριζε τα εξής:
– Στον χώρο του Αιγαίου θα αναλάμβαναν δράση τα υποβρύχια που στάθμευαν στην Λέρο με την βοήθεια της αεροπορίας, η οποία δεν θα έκανε αναγνωρίσεις αλλά θα παρείχε προστασία στα υποβρύχια κατά την κατάδυση. Νότια της Κρήτης θα δρούσαν υποβρύχια από βάσεις της Ιταλίας.
– Τα υποβρύχια θα έπρεπε να δρουν ως επί το πλείστον εν καταδύσει.
– Θα έπρεπε να βυθίσουν με τορπίλες ή με το κανόνι του καταστρώματος όλα τα πλοία που βρίσκονταν εκτός των επιτρεπόμενων διαύλων και που αρνούνταν να υπακούσουν στην διαταγή  να κατευθυνθούν στην Πάτμο για έλεγχο.
– Όλες οι επιθέσεις θα έπρεπε να γίνουν αποκλειστικά από υποβρύχια, ενώ παράλληλα, δια διπλωματικών οδών, θα έπρεπε να διαψευσθεί η παρουσία υποβρυχίων στο συγκεκριμένο τομέα.

Δεν ήταν η πρώτη φορά που τα ιταλικά υποβρύχια συμπεριφέρονταν με πειρατικό τρόπο: Κατά τον Ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο, ιταλικά υποβρύχια χωρίς διακριτικά ή με διακριτικά των Εθνικιστών έστηναν ενέδρες στην Ιβηρική Θάλασσα, βυθίζοντας τα φορτηγά πλοία που μετέφεραν εφόδια από την Σοβιετική Ένωση προς τους Δημοκρατικούς.

Αν δεν υπήρχε δυνατότητα πραγματοποίησης το προτεινόμενου σχεδίου, το Επιτελείο πρότεινε μεμονωμένες επιθέσεις στο Βόρειο Αιγαίο. Σαν πιο πιθανή αντίδραση εκ μέρος των Άγγλων, ανέμεναν την κατάληψη αγκυροβολίων στην Νότια Κρήτη.

Τελικά το σχέδιο αυτό δεν εφαρμόστηκε ποτέ.

Δεκαπενταύγουστο

ελληΘα φτάσουμε έτσι στο μοιραίο Δεκαπενταύγουστο και στα γεγονότα που το σημάδεψαν. Για τον τορπιλισμό του ΕΛΛΗ υπάρχουν πολλές βεβαιότητες αλλά και ερωτηματικά. Ποιος ήταν ο εντολοδότης; Ποιες διαταγές έλαβε ο πλωτάρχης Αϊκάρντι, κυβερνήτης του υποβρυχίου DELFINO που τορπίλισε το ΕΛΛΗ; Είχε διατάξει η ίδια η Ρώμη την αποστολή και ποιες ήταν οι διαταγές που έφτασαν στην Ρόδο; Κατά πόσο το Κυβερνείο της Ρόδου δρούσε ανεξάρτητα; Ας προσπαθήσουμε να βάλουμε όλες τις πληροφορίες σε μια λογική σειρά.

Μέχρι το 1960, εκτός από την εθνικότητα του υποβρυχίου που τορπίλισε το ΕΛΛΗ, είχαν γίνει γνωστά ελάχιστα στοιχεία. Και θα περάσουν ακόμη άλλα 10 χρόνια περίπου πριν η επίσημη ιστοριογραφία ασχοληθεί με το θέμα. Εκείνη την χρονιά (1960) ο De Vecchi σε μια συνέντευξή του σε ένα περιοδικό θα αποκαλύψει την ταυτότητα του υποβρυχίου και θα ρίξει όλες τις ευθύνες στον Αϊκάρντι, υπογραμμίζοντας πως ο τορπιλισμός του ΕΛΛΗ ήταν πρωτοβουλία του κυβερνήτη.
Ο Αϊκάρντι θα νιώσει προσβεβλημένος από αυτές τις δηλώσεις και θα ξεκινήσει μια αντιπαράθεση διαμέσου συνεντεύξεων σε άλλα περιοδικά, όπου θα διηγηθεί την δική του άποψη. Και οι δύο βέβαια δεν θα κατορθώσουν να φανούν αντικειμενικοί, προσπαθώντας να απορρίψουν από πάνω τους τις ευθύνες της πράξης. Όμως ο Αϊκάρντι θα αποκαλύψει και άλλα ενδιαφέροντα στοιχεία πάνω στην υπόθεση.
Βάσει των στοιχείων που υπάρχουν, αν θέλαμε σήμερα να διηγηθούμε την ιστορία του τορπιλισμού, θα ξεκινούσαμε κάπως έτσι:

Λίγες μέρες πριν το Δεκαπενταύγουστο, ο Μουσολίνι, φανερά εκνευρισμένος με την κατάσταση στο Αιγαίο εξαιτίας των αναφορών του De Vecchi, σε μια έκρηξη οργής αποφασίζει να περάσει σε δράση.  Σύμφωνα με ορισμένους, η οργή του ξέσπασε όταν πληροφορήθηκε την άποψη που εξέφρασε ο Μεταξάς στον Γερμανό πρέσβη στην Αθήνα, Πρίγκιπα Ερμπαχ, ότι δηλαδή η Ελλάδα δεν μπορούσε να αγνοήσει τη βρετανική ναυτική ισχύ στη Μεσόγειο. Ήταν μια από τις κλασικές αποφάσεις του Μουσολίνι, από αυτές που έπαιρνε ενστικτωδώς χωρίς να πολυσταθεί στις επιπτώσεις και στην απαιτούμενη οργάνωση. Δεν ενημέρωσε καν τον ίδιο τον Τσιάνο, υπουργό Εξωτερικών, που θα επωμίζονταν όλες τις διπλωματικές συνέπειες της απόφασης. Έτσι, στις 14 Αυγούστου έφτανε στο γραφείο του De Vecchi στην Ρόδο σήμα του Αρχηγού του Επιτελείου Π. Ναυτικού ναύαρχου Καβανιάρι που διέταζε: «Κατόπιν διαταγών του Ντούτσε, Σας πληροφορώ τα εξής: Θα πρέπει να επιλέξετε μεταξύ των υποβρυχίων αυτό με την καλύτερη υπηρεσιακή ετοιμότητα και με τον πιο αξιόπιστο κυβερνήτη. Θα πρέπει να του δώσετε προσωπικά και προφορικά τις παρακάτω οδηγίες:
α) Μεταξύ 20-25 Αυγούστου θα πρέπει να πραγματοποιήσει μια σύντομη αλλά έντονη περίοδο πολεμικών ενεργειών κατά τη ναυτιλιακής κίνησης στο Αιγαίο, μεταξύ Δαρδανελίων και Στενού Καφηρέα.
β) Κατά την διάρκεια αυτής της περιόδου το υποβρύχιο θα πρέπει να τορπιλίσει χωρίς προειδοποίηση όλα τα ατμόπλοια που κατά την κρίση του κυβερνήτη βρίσκονται στην υπηρεσία του εχθρού, έστω και αν φέρουν σημαία ουδέτερου κράτους.
γ) Δεν θα πρέπει να φανερωθεί ή ταυτότητα και η εθνικότητα του υποβρυχίου.
δ) Στο τέλος αυτής της περιόδου το υποβρύχιο θα πρέπει να επιστρέψει στην βάση του απαρατήρητο.
ε) Καθ΄όλη τη  διάρκεια της αποστολής θα πρέπει να τηρηθεί απόλυτη σιγή ασυρμάτου.
ζ) Η αποστολή πρέπει να καλυφθεί από απόλυτη μυστικότητα. Βάσει των αντιδράσεων που θα προκύψουν από αυτή την πολεμική ενέργεια θα παρθούν περαιτέρω αποφάσεις».

Οι διαταγές του Επιτελείου, αν και χαρακτηρίζονται από πειρατικό και τρομοκρατικό πνεύμα, δεν κάνουν λόγο για επίθεση κατά ελληνικών πολεμικών πλοίων. Αν και η Ιταλία επιζητούσε την αντιπαράθεση με την Ελλάδα, ωστόσο τον Αύγουστο του 1940 δεν είχε ακόμη αποφασίσει να «διαβεί τον Ρουβίκωνα». Επίσης διαφέρουν οι ημερομηνίες και το επιχειρησιακό θέατρο των διαταγών, το οποίο βρίσκονταν πιο βόρεια.

Το ΕΛΛΗ στο ναύσταθμο της Τουλών το 1929

Το ΕΛΛΗ στο ναύσταθμο της Τουλών το 1929

VG_ELLI_3

Παρέμβαση De Vecchi;

Σε αυτό το σημείο ο De Vecchi (ξανά)γίνεται κεντρική μορφή στην υπόθεση. Γεμάτος ανυπομονησία να ξεκινήσει τον προσωπικό του πόλεμο με την Ελλάδα και την Αγγλία, δεν θα περιμένει να καλέσει τον κυβερνήτη του υποβρυχίου στην Ρόδο για να τον ενημερώσει, αλλά θα μεταβεί ο ίδιος στην βάση των υποβρυχίων στην Λέρο την ίδια κιόλας μέρα, συνοδευόμενος από τον ναύαρχο Μπιανκέρι, διοικητή των Ναυτικών Δυνάμεων Αιγαίου.

Σύμφωνα με τον κυβερνήτη Αϊκάρντι, αφού ο Ντε Βέκι του έδωσε να διαβάσει τις διαταγές από την Ιταλία, του τόνισε πως οι προβλεπόμενες ημερομηνίες δεν είχαν ουδεμία σημασία, πως θα έπρεπε να κινηθεί αμέσως και πως δεν θα έπρεπε να κάνει διαχωρισμό μεταξύ πολεμικών, εμπορικών και επιβατικών. Επιπλέον έδωσε στον Αϊκάρντι ένα χαρτί στο οποίο σημειώνονταν δύο νησιά, η Τήνος και η Σύρος, ανοιχτά των οποίων είχαν παρατηρηθεί κινήσεις πλοίων.

Μπορούσε ο De Vecchi να αλλάξει τις διαταγές του Γ. Επιτελείου Π. Ναυτικού; Σαφώς ναι.  Ήταν η ύψιστη πολιτική και στρατιωτική αρχή στο Αιγαίο και οι διαταγές του μπορούσαν να παρακάμψουν τις διαταγές του MARICOSOM (Διοίκηση Υποβρυχίων Π. Ναυτικού) και του SUPERMARINA (Γενικό Επιτελείο Ναυτικού). Εξάλλου μετά την επιστροφή του από την αποστολή, ο Αϊκάρντι δεν δέχτηκε κυρώσεις για τις ενέργειές του. Αντίθετα, η απροθυμία  του De Vecchi να συντονίσει κατά την θητεία του τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στο Αιγαίο με τα Γενικά Επιτελεία στην Ιταλία θα δημιουργήσει πολλές προστριβές με τον αρχηγό του Γενικού Επιτελείου Εθνικής Άμυνας, Μπαντόλιο. Οι δύο τους μάλιστα βρίζονταν μεταξύ τους και γραπτώς. Τον Νοέμβρη του ίδιου χρόνου ο De Vecchi θα απομακρυνθεί από την θέση του και θα κληθεί στην Ιταλία.

Η αναφορά του κυβερνήτη του DELFINO

 

«Η βύθιση του ΕΛΛΗ. Εγκληματική αγγλική απόπειρα με σκοπό την επιδείνωση της ελληνοιταλικής έντασης» LA STAMPA, 17/8/1940

«Η βύθιση του ΕΛΛΗ. Εγκληματική αγγλική απόπειρα με σκοπό την επιδείνωση της ελληνοιταλικής έντασης» LA STAMPA, 17/8/1940

 Στις 18 Αυγούστου, τρεις μέρες μετά τον τορπιλισμό, ο πλωτάρχης Αϊκάρντι θα επιστρέψει στην βάση και θα συντάξει την αναφορά του.
Είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα για διάφορους λόγους:
– Αναφέρεται στις διαταγές που έλαβε προφορικά από τον De Vecchi, διαψεύδοντας έτσι τον τελευταίο.
– Στην καλύτερη περίπτωση φανερώνει τα λάθη εκτίμησης και την ανεπαρκή εμπειρία του Αϊκάρντι, όταν αναγνωρίζει τα δύο επιβατικά πλοία ΕΛΣΗ και ΕΣΠΕΡΟΣ σαν φορτηγά και στήνει ένα ολόκληρο συλλογισμό πάνω σε λανθασμένες βάσεις. Αντίθετα, αναγνωρίζει το ΕΛΛΗ και το αναφέρει με το όνομά του.
– Επισημαίνει την προχειρότητα της προετοιμασίας της αποστολής και την άγνοια των ιταλικών μυστικών υπηρεσιών του Ναυτικού, καθώς κανείς δεν γνώριζε και συνεπώς δεν γνωστοποίησε στον Αϊκάρντι πως το Δεκαπενταύγουστο ήταν λαμπρή γιορτή της ορθόδοξης Ελλάδας και η έντονη ναυτιλιακή κίνηση στην Τήνο ήταν άκρως δικαιολογημένη.
– Η αναφορά ξεχειλίζει από υπεροψία, περιφρόνηση και αδιαφορία προς το Διεθνές Δίκαιο, απουσιάζει παντελώς ο σεβασμός των χωρικών υδάτων ενός κράτους, ενώ η συμπεριφορά του Αϊκάρντι είναι αυτή του αφεντικού που τριγυρίζει ελεύθερα στο τσιφλίκι του.
– Τέλος, η αναφορά είναι γραμμένη σε κωμικοτραγικό στυλ, ανάλογο των φασιστικών πρότυπων της εποχής, όπου ο πολεμιστής, ικανός και άξια εκπαιδευμένος για τον πόλεμο,  εκτελεί άμεσα και ασυζητητί τις διαταγές των ανωτέρων, ενώ οι αποτυχίες οφείλονται μόνο στις αντιξοότητες. Όλα αυτά γαρνιρισμένα με μια γενναία δόση δουλοπρέπειας προς τους ανώτερους.

Κρίμα που η πραγματικότητα θα είναι διαφορετική: Kαθ΄όλη την διάρκεια του πολέμου το DELFINO θα ολοκληρώσει 29 συνολικά αποστολές και θα διατρέξει 17.429 ναυτικά μίλια, έχοντας στο ενεργητικό του στο τέλος της…καριέρας του μόνο τον τορπιλισμό του «ΕΛΛΗ», αν εξαιρέσουμε την κατάρριψη ενός υδροπλάνου. Πραγματικά φτωχή η βιτρίνα των άθλων του…

Αξίζει να διαβάσουμε ολόκληρη την αναφορά του Αϊκάρντι:

Εις την Αυτού Εξοχότητα στρατηγόν  DE VECCHI di VAL CISMON

«Σύμφωνα με τις προφορικές εντολές που έλαβα από Εσάς, αναχώρησα από την Λέρο την 14η Αυγούστου, στις 20.30. Στις 04.30 της 15ης Αυγούστου φτάνοντας κοντά στο λιμάνι της Τήνου, καταδύθηκα. Προχώρησα σε βάθος περισκοπίου και κατευθύνθηκα προς το στόμιο του λιμανιού. Φτάνοντας σε περίπου 4.000 μέτρα απόσταση από το το στόμιο του λιμανιού (το λιμάνι ήταν ακόμη αθέατο, παραμένοντας καλυμμένο από ένα μικρό ακρωτήρι που προεξείχε προς τα νότια) είδα να βγαίνει ένα ατμόπλοιο, που κατευθύνθηκε αμέσως προς τα βόρεια, ξεφεύγοντας έτσι από επίθεση μου. Φτάνοντας μπροστά από το στόμιο είδα ευδιάκριτα στο εσωτερικό του λιμανιού δύο μεγάλα ατμόπλοια (6-8 χιλιάδες τόνους). Δεν θυμάμαι ακριβώς τα χαρακτηριστικά των φουγάρων, το ένα ήταν μεταφορικό, το άλλο μικτής χρήσης. Ενώ ετοιμαζόμουν να λάβω κατάλληλη θέση ώστε να εκτοξεύσω διαμέσου του στενού ανοίγματος μεταξύ των δύο λιμενοβραχίονων, είδα ένα πολεμικό πλοίο (το καταδρομικό Έλλη) να κατευθύνεται προς το λιμάνι με μικρή ταχύτητα. Επειδή η πορεία του θα το έφερνε να περάσει ακριβώς από πάνω νου, θεώρησα σκόπιμο να καταδυθώ στα 40 μέτρα, παρακολουθώντας το με τα υδρόφωνα. Λίγο αργότερα, μην ακούγοντας  πλέον τον ήχο των ελίκων αναδύθηκα σε βάθος περισκοπίου και είδα το ΕΛΛΗ αγκυροβολημένο μπροστά από την μεγαλύτερη προβλήτα.

Αποφάσισα να τορπιλίσω πρώτο το πολεμικό πλοίο και στη συνέχεια τα ατμόπλοια. Αυτή η απόφαση ήταν αποτέλεσμα του εξής συλλογισμού:
1) Η πεποίθηση πως τα δύο εμπορικά πλοία βρίσκονταν στην υπηρεσία του εχθρού (σύμφωνα, πάντα, με τις προφορικές υποδείξεις της Εξοχότητά Σας) – ειδάλλως δεν μπορούμε να εξηγήσουμε την παρουσία των δύο αυτών μεγάλων πλοίων σε ένα λιμάνι που ίσα-ίσα τα χωρούσε, ούτε μπορούμε να καταλάβουμε σε τι είδους μεγάλη διακίνηση εμπλέκονταν.
2) Η παρουσία του πολεμικού πλοίου, έτοιμο να προστατεύσει και να συνοδεύσει τα πλοία καθιστούσε την υπόθεση ύποπτη και μαρτυρούσε την Ελληνική συνενοχή.
3) Ο τορπιλισμός των πλοίων εντός του λιμένα με παρουσία πολεμικού πλοίου, σήμαινε κατάφωρη παραβίαση, ίδια με αυτή του τορπιλισμού του ίδιου του πολεμικού πλοίου. Από την άλλη πλευρά, αντί να αντιμετωπιστεί κατόπιν η αναπόφευκτη αντίδραση του πολεμικού πλοίου, ήταν καλύτερα να απαλλαγούμε από αυτό πριν.
4) Σκέφτηκα, πως αν ερχόμαστε σε ρήξη με την Ελλάδα, βυθίζοντας το ΕΛΛΗ θα απαλλασσόμαστε από μια μονάδα που θα μπορούσε να δώσει κάποια ανησυχία στα δικά μας δύο κλάσης “Κρίσπι» και τα τέσσερα κλάσης “Lupo”. Επίσης, ήταν ένα καλό ναρκοθετικό  (100 νάρκες), ασφαλώς όχι αμελητέο.

Εκτόξευσα μια τορπίλη 533 χλστ κατά του ΕΛΛΗ από μια απόσταση περίπου 700 μέτρων. Η μονάδα χτυπήθηκε ακριβώς ανάμεσα από τα δύο φουγάρα. Η έκρηξη της τορπίλης δεν ήταν πλήρης, η στήλη του νερού ήταν λιγοστή, με μεγάλη παρουσία μαύρου καπνού, όμως άνοιξε ένα μεγάλο ρήγμα, ορατό επίσης και πάνω από την ίσαλο γραμμή. Αμέσως πλεύρισα προς τα αριστερά και παρουσίασα την πρύμνη προς το στόμιο του λιμανιού.   Πρώτα εκτόξευσα μια τορπίλη των 533 χλστ της οποίας άκουσα την έκρηξη χωρίς να δω το αποτέλεσμα, καθώς το οριζόντιο πηδάλιο δεν με κράτησε στο επιθυμητό βάθος. Αμέσως μετά πυροδότησα μια τορπίλη των 450 χλστ της οποίας είδα ξεκάθαρα τις συνέπειες της έκρηξης, την ψηλή στήλη νερού στη μέση της δεξιάς πλευράς του πρώτου ατμόπλοιου. Μου φαίνεται λοιπόν παράξενη η εκδοχή (που ήδη μεταδόθηκε από ξένους ραδιοφωνικούς σταθμούς) σύμφωνα με την οποία και οι δύο τορπίλες τερμάτισαν στην στεριά. Μπορώ να παραδεχτώ ότι η πρώτη (της οποίας δεν είδα την έκρηξη) χτύπησε τον λιμενοβραχίονα, αλλά για την δεύτερη είμαι σιγουρότατος, εκτός εάν η τορπίλη, που είχε προγραμματιστεί σε βάθος 3 μέτρων, κατά την διάρκεια της πορείας της,  πλησιάζοντας το πλοίο προσέκρουσε σε κάποια προεξοχή του βυθού και εξερράγη, δίνοντας την εντύπωση πως είχε προσκρούσει στο πλευρό του ατμόπλοιου. Αυτή την εκδοχή, καθόλου πιθανή, τείνω να την απορρίψω. Έτσι, πιστεύω ότι τουλάχιστον ένα ατμόπλοιο χτυπήθηκε με βεβαιότητα, μάλιστα, τόσο εγώ όσο και ο ύπαρχός μου είμαστε πεπεισμένοι ότι μυσοβυθίστηκε και έγειρε (καθήμενο στο βυθό).

Οι τρεις τορπιλισμοί πραγματοποιήθηκαν σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα (7-10 λεπτά). Είδα πλήθος αλιευτικών σκαφών και αδιευκρίνιστων στοιχείων ατμακάτους να βγαίνουν από το λιμάνι, δεν ξέρω αν για να ψάξουν για το υποβρύχιο ή για να βοηθήσουν το πλήρωμα του ΕΛΛΗ. Είδα το ΕΛΛΗ να ρίχνει με το κανόνι της πλώρης (ακούστηκαν ξεκάθαρα δύο υπόκωφοι ήχοι όταν τα βλήματα χτύπησαν το νερό). Έφτασα σε μεγάλο βάθος (70 μ.), και έπλευσα με μέγιστη ταχύτητα. Λίγο αργότερα μείωσα την ταχύτητα για να μην καταναλώσω πολύ ενέργεια και κατευθύνθηκα προς την Σύρο για να αιφνιδιάσω τα δύο ατμόπλοια που μου είχαν αναφερθεί, σύμφωνα με τις οδηγίες Σας. Γύρω στις 11.30 έφτασα μπροστά από το λιμάνι της Σύρου. Διενέργησα λεπτομερή αναγνώριση αλλά δεν είδα τίποτα. Τότε απομακρύνθηκα προς το βορρά διατηρώντας το βάθος στα 40 μέτρα.

Το βράδυ, περίπου κατά τις 20.30 αναδύθηκα για να φορτίσω τις μπαταρίες. Κατευθύνθηκα προς την είσοδο του Στενού του Καφηρέα με την ελπίδα να αιφνιδιάσω κάποιο ατμόπλοιο που διέρχονταν. Γύρω στις 01.00 εισήλθα στο στενό από τα νότια της Κέας: Είδα ένα ατμόπλοιο και το πλησίασα. Ήταν μικρό σκάφος και εξαιτίας του φεγγαριού με εντόπισε και σταμάτησε φοβισμένο σε απόσταση περίπου 500 μ. Θεώρησα πως δεν άξιζε να χαραμίσω μια τορπίλη και συνέχισα την πορεία μου. Και αυτό επίσης ξαναέβαλε μπρος τις μηχανές και απομακρύνθηκε. Για να το εξαπατήσω κατευθύνθηκα ολοταχώς προς τα δυτικά, έως ότου δεν διακρίνονταν άλλο τα φώτα, αλλάξα πορεία και έβαλα πλώρη για το λιμάνι του Αγίου Νικολάου (Κέα). Στις 04.30 βρίσκομαι μπροστά από το λιμάνι, είναι ακόμα σκοτάδι, αναμένω στα 40 μ. Στις 05.30 φτάνω σε βάθος περισκοπίου και κατευθύνομαι προς την είσοδο του λιμανιού. Το μεγάλο βάθος και πλάτος μου επιτρέπουν να εισέλθω στο εσωτερικό του. Καθώς είναι εντελώς άδειο κατευθύνομαι  προς το νησί του Αγίου Γεωργίου (βάθος 40μ). Περίπου στις 18.30 τα υδρόφωνα δίνουν ένα συνονθύλευμα ιχνών από διάφορες κατευθύνσεις. Ανεβαίνω σε βάθος περισκοπίου και διακρίνω (πολύ μακριά για να μπορέσω να επιτεθώ) πέντε ή έξι μεγάλα ατμόπλοια, όλα φορτηγά, εκτός από ένα τεράστιο μεταγωγικό με δύο φουγάρα. Σαν εμπροσθοφυλακή προχωρά ένα καταδρομικό αναμφίβολα αγγλικό, κλάσης Exter και ένα αεροπλάνο με μεγάλους πλωτήρες, μάλλον υδροπλάνο εκτοξευμένο από το καταδρομικό. Το καταδρομικό πλέει πιο γρήγορα από τα ατμόπλοια και εκτελεί συχνά προσεγγίσεις, απομακρύνεται και ξαναγυρίζει σαν τσοπανόσκυλο. Μάλιστα, σε ένα σημείο το είδα να κατευθύνεται προς το μέρος μου και έλπισα να βρεθώ σε θέση να ρίξω. Ετοιμάζω αμέσως όλα τους τορπιλοσωλήνες αλλά λίγο αργότερα το πλοίο απομακρύνεται οριστικά.

Το βράδυ γύρω στις 20.30 αναδύομαι για φόρτωση. Διακρίνω αμέσως προς την ακτή ανατολικά του Σαρωνικού τα φώτα ενός άγνωστου αριθμού ατμόπλοιων. Θεωρώ πως τα πλοία βρίσκονται ακόμη στο αγκυροβόλιο και πως πρόκειται για ατμόπλοια που απαρτίζουν μια νηοπομπή. Κάποιος από τους παρατηρητές μου, δεδομένη την καλή ορατότητα εξαιτίας μιας σχεδόν πλήρης πανσελήνου, πιστεύει πως διακρίνει το υπόλευκο περίγραμμα ενός καταδρομικού που κινείται αργά σε μικρή απόσταση από τα ατμόπλοια. Προσωπικά δεν το είδα. Η θέση μου είναι εξαιρετικά δυσμενής, ενώ εκείνη των ατμόπλοιων είναι ευνοϊκή για τον εντοπισμό όποιου προσπαθήσει  προσέγγιση. Το φεγγάρι φωτίζει σαν μέρα και σίγουρα μαρτυρεί κάθε κίνησή μου. Προσπαθώ να πλησιάσω αλλά στη συνέχεια θεωρώ πιο κατάλληλο να ακολουθήσω άλλη πορεία προσέγγισης. Τότε λαμβάνω τηλεγράφημα από το Επιτελείο Π. Ναυτικού: «Προτεραιότητα απόλυτη να αναστείλετε τις δραστηριότητές σας και να επιστρέψετε αμέσως με κρυφή πλοήγηση, στοπ. Διοίκηση Αιγαίου Ρόδου ήδη ενημερωμένη». Μπήκα στον πειρασμό να ακολουθήσω τις διαταγές μετά την ολοκλήρωση της επιχείρησής μου. Αλλά αυτή απαιτούσε πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, τουλάχιστον τέσσερις ή πέντε ώρες, επειδή σκόπευσα να απομακρυνθώ μέχρι να εξαφανιστώ από το οπτικό πεδίο και στη συνέχεια να τραβήξω προς τα δυτικά, μέχρι τον κόλπος της Αθήνας έτσι ώστε να βρεθώ πίσω από τα πλοία και να τα θέσω ανάμεσα από μένα και το φεγγάρι. Αυτός θα ήταν ο μόνος τρόπος για να φτάσουμε σε απόσταση εκτόξευσης χωρίς να φανερωθώ. Επειδή είχα αυστηρές διαταγές να μην μεταδώσω με τον ασύρματο, δεν μπορούσα να στείλω το σήμα εντοπισμού αμέσως. Το έστειλα την επόμενη μέρα, στις 16.00, μόλις αναδύθηκα εντός της ρότας ασφαλείας για την Λέρο».

Πλωτάρχης Giuseppe Aicardi
Ρόδος, 18 Αυγούστου 1940

Μετά τον τορπιλισμό

Ο Μουσολίνι σε επίσκεψη στο εργοστάσιο τορπιλών Whitehead.

Ο Μουσολίνι σε επίσκεψη στο εργοστάσιο τορπιλών Whitehead.

Στις 15 Αυγούστου, την ίδια μέρα του τορπιλισμού, η είδηση θα φτάσει στην Ρώμη και αρχικά θα αποτελέσει μυστήριο και για τον ίδιο τον Τσιάνο, αν και γρήγορα θα υποπτευθεί την αλήθεια. Πάντα την ίδια μέρα θα γράψει στο ημερολόγιό του: «Βυθίστηκε ένα ελληνικό πλοίο από ένα υποβρύχιο, του οποίου ακόμα δεν γνωρίζουμε την ταυτότητα. Το περιστατικό απειλεί να λάβει μεγαλύτερες διαστάσεις. Κατ’ εμέ, έχει να κάνει με την ακράτεια του De Vecchi. Συμφωνώ με τον Ντούτσε, ο οποίος επιθυμεί να λυθεί με ειρηνικά μέσα αυτό το ατύχημα, το οποίο θα ήταν καλύτερα να μην είχε συμβεί. Πρότεινα να σταλθεί μια διπλωματική νότα στην Ελλάδα: με αυτό τον τρόπο θα μετατοπίσουμε την πολεμική σε διπλωματικό επίπεδο».

Όπως ήταν πάγια τακτική του καθεστώτος, η φασιστική Ιταλία θα αρνηθεί τα πάντα και θα ξεκινήσει ένα μπαράζ αλληλοκατηγοριών με τους Άγγλους, χρησιμοποιώντας σαν όπλο την μαζική προπαγάνδα του φασιστικού δημοσιογραφικού πρακτορείου Stefani που εξουσίαζε τις εφημερίδες. Από την πρώτη κιόλας στιγμή, σε μια προσπάθεια αντιπερασπισμού και μετατόπισης της προσοχής, ο Τσιάνο και ο ιταλικός τύπος θα αρχίσουν να ασκούν πιέσεις και να κατηγορούν την Ελλάδα…για το θέμα της Τσαμουριάς και των Τσάμηδων.

Δύτες του Ελληνικού Πολεμικού ναυτικού θα βρουν θραύσματα από τις τορπίλες από τα οποία διαπιστώθηκε πως ήταν ιταλικές. Η τότε ελληνική κυβέρνηση του Μεταξά για εθνικούς λόγους τήρησε απόλυτα μυστική την πραγματογνωμοσύνη εκείνη, (η οποία τελικά δημοσιεύτηκε με φωτογραφίες δύο ημέρες μετά την έναρξη του ελληνοϊταλικού πολέμου, δηλαδή στις 30 Οκτωβρίου του 1940), αλλά και με ταυτόχρονη απαγόρευση στον τύπο για οποιοδήποτε υπαινιγμό εθνικότητας του υποβρυχίου. Παρά ταύτα όμως από την πρώτη στιγμή η ελληνική κοινή γνώμη ουδεμία αμφιβολία έτρεφε περί της εθνικότητας των υπευθύνων.
Το παράδοξο είναι πως οι τορπίλες ήταν μεν ιταλικές αλλά μάλλον δεν αποτελούσαν συντριπτική απόδειξη ως προς το Ναυτικό που τις χρησιμοποίησε: To εργοστάσιο κατασκευής τορπιλών Whitehead στην πόλη Fiume παρέδωσε κατά την διάρκεια του πολέμου συνολικά 3.700 τορπίλες στο Ιταλικό Ναυτικό, στην πλειοψηφία τους των 533 χλστ, σαν αυτές που χρησιμοποίησε το DELFINO, αλλά προπολεμικά είχε παραδώσει ίδιες τορπίλες σε άλλα 7 κράτη, συμπεριλαμβανομένης και της Τουρκίας. Παραμένει βέβαια το ερώτημα αν οι τορπίλες που είχαν παραγγελθεί από ξένα Ναυτικά έφεραν διαφορετικούς κωδικούς.

Θα χρειαστεί λοιπόν να περιμένουμε το 1960 και τις συνεντεύξεις των πρωταγωνιστών για να διαλυθούν και οι τελευταίες αμφιβολίες ως προς την ταυτότητα και εθνικότητα του υποβρυχίου.

Το ελαφρύ καταδρομικό EUGENIO DI SAVOIA, μετέπειτα ΕΛΛΗ II παραχωρήθηκε στην Ελλάδα το 1951 σαν μέρος των Ιταλικών επανορθώσεων σε αντικατάσταση του τορπιλισθέντος ‘ΕΛΛΗ’. Το 1944 είχε υποστεί σοβαρές ζημιές σε μια από τις μηχανές του ύστερα από πρόσκρουση σε νάρκη και από τότε παρουσίαζε προβλήματα. Μαζί με άλλα δύο πολεμικά που παραχωρήθηκαν στην Γαλλία ήταν τα μοναδικά πλοία που παραχωρήθηκαν σε ξένα κράτη.

Το ελαφρύ καταδρομικό EUGENIO DI SAVOIA, μετέπειτα ΕΛΛΗ II παραχωρήθηκε στην Ελλάδα το 1951 σαν μέρος των Ιταλικών επανορθώσεων σε αντικατάσταση του τορπιλισθέντος ‘ΕΛΛΗ’. Το 1944 είχε υποστεί σοβαρές ζημιές σε μια από τις μηχανές του ύστερα από πρόσκρουση σε νάρκη και από τότε παρουσίαζε προβλήματα. Μαζί με άλλα δύο πολεμικά που δώθηκαν στην Γαλλία ήταν τα μοναδικά πλοία που παραχωρήθηκαν σε ξένα κράτη.

Ερωτήματα

Τα μεγάλα ερωτήματα στην υπόθεση του τορπιλισμού του ΕΛΛΗ ειναι τα εξής: Ποιος διέταξε τον τορπιλισμό; Ο τορπιλισμός ήταν μέρος ενός προγραμματισμένου σχεδίου, ένα casus belli που θα οδηγούσε την Ιταλία και Ελλάδα σε σύγκρουση; Και κατα πόσο το γεγονός επιτάχυνε ή επιβράδυνε την κήρυξη του πολέμου;

Η απάντηση στο πρώτο είναι σχετικά απλή. Την δίνει συνοπτικά και με πετυχημένο τρόπο ο ιστορικός και ακαδημαϊκός Giorgio Rochat: «Ο ναύαρχος Καβανιάρι διέταξε από την Ρώμη τον  πειρατικό τορπιλισμό των ουδέτερων εμπορικών πλοίων ναυλωμένων από τους Άγγλους,  κατόπιν ο De Vecchi, κυβερνήτης του Αιγαίου, επέκτεινε τις κατευθυντήριες γραμμές και όρισε σαν στόχο την Τήνο, και τέλος ο κυβερνήτης του υποβρυχίου επέλεξε σαν στόχο το ελληνικό καταδρομικό, σε ένα λιμάνι που γιόρταζε. Ένα τέλειο παράδειγμα τεχνικής ανικανότητας και εγκληματικής αδιαφορίας». Βέβαια ο De Vecchi και ο Αϊκάρντι εκπροσώπευαν την Ιταλία και είναι σωστό οι ευθύνες να πέσουν πάνω σε αυτή.
Τα υπόλοιπα ερωτήματα είναι σύνθετα και η απάντηση δεν μπορεί να είναι απόλυτη.
Tην εποχή του τορπιλισμού οι αήττητες γερμανικές μεραρχίες είχαν γονατίσει την Γαλλία σε λιγότερο από 2 μήνες και ο Ιταλός δικτάτορας επιθυμούσε μια φέτα από την τούρτα της νίκης όταν θα έφτανε η στιγμή των συνθηκολογήσεων. Η Ιταλία μπορούσε κάλλιστα να προσπαθήσει να πείσει το φασίστα Μεταξά να ταχθεί στο πλευρό του Άξονα αλλά στον Μουσολίνι δεν ένοιαζε να βρει νέους συμμάχους. Αντίθετα, ενδιαφέρονταν να βρει, με οποιοδήποτε κόστος, έναν αντίπαλο για να τον νικήσει. Για να καταφέρει να  μετατρέψει έναν πιθανό φίλο σε ένθερμο εχθρό κατασκεύασε μια σειρά κατηγοριών που στηρίζονταν σε αδύναμες βάσεις. Η πρώτη κατηγορία ήταν ότι η Ελλάδα προσέφερε στον αγγλικό στόλο βοήθεια, προστασία και προμήθειες στα αμέτρητα νησιά του αρχιπελάγους. Η δεύτερη κατηγορία ήταν πως υπήρχε στην Ήπειρο μια μειοψηφία Τσάμηδων – καταπιεσμένη και ποδοπατημένη – και η Ιταλία, σαν προστάτης της Αλβανίας, θα έπρεπε να αναλάβει την ευθύνη αυτού του αλυτρωτισμού.

Η Ιταλία δεν ήταν μια αθώα περιστερά. Προκαλούσε συνεχώς και αναζητούσε την αντιπαράθεση. Αλλά δεν μπορούμε να πούμε με σιγουριά πως στις 15 Αυγούστου ήταν πράγματι αποφασισμένη και έτοιμη για πόλεμο με την Ελλάδα. Την ίδια εποχή διαβεβαίωνε τον Ρίμπεντροπ πως η κατάσταση στα Βαλκάνια δεν θα μεταλλάσονταν, καθώς οι Γερμανοί φοβούνταν μια παρέμβαση της Σοβιετικής Ένωσης. Παραδόξως οι Γερμανοί θεωρούσαν πιο πιθανή μια ιταλική επίθεση στην Γιουγκοσλαβία παρά στην Ελλάδα.

To ΕΛΛΗ

To ΕΛΛΗ

Ουριαίο τμήμα της τορπίλης που βύθισε το ΕΛΛΗ (Ναυτικό Μουσείο Πειραιώς)

Ουριαίο τμήμα της τορπίλης που βύθισε το ΕΛΛΗ (Ναυτικό Μουσείο Πειραιώς)

Τα αρχικά ιταλικά σχέδια, επεξεργασμένα πριν τον τορπιλισμό, προέβλεπαν την κατάληψη της Τσαμουριάς και των Ιονίων Νήσων μόνο στην αρχές του Σεπτέμβρη (το λεγόμενο σχέδιο “emergenza G”). Όμως ο Μουσολίνι ήταν χαρακτήρας που άλλαζε εύκολα γνώμη ανάλογα με την διάθεσή του και η Ανώτατη Διοίκηση είχε αναγκαστεί να συντάξει στρατηγικά σχέδια που αφορούσαν τα πιο διαφορετικά ευρωπαϊκά θέατρα επιχειρήσεων. Για παράδειγμα, στις 11 Αυγούστου «ο Ντούτσε  διατάζει πως για την 20η Σεπτεμβρίου πρέπει να είμαστε έτοιμοι στα ανατολικά», δηλαδή προς την Γιουγκοσλαβία. Στις 30 Αυγούστου άλλη εντολή εξηγούσε πως «τα πρόσφατα γεγονότα στην γαλλική Ισημερινή Αφρική μπορούν να οδηγήσουν σε τυχόν επιπλοκές» και ότι, ως εκ τούτου «το Γενικό Επιτελείο πρέπει να αρχίσει χωρίς καθυστέρηση μια μελέτη για την κατοχή όχι μόνο του διαμερίσματος της Νίκαιας, αλλά όλης της Γαλλίας μέχρι τον Ροδανό». Στις 17 Σεπτεμβρίου, νέα οδηγία: «Δεδομένης της κατάστασης που μπορεί να δημιουργηθεί στην Κορσική παρακαλώ να κάνετε το συντομότερο δυνατόν μια μελέτη κατοχής του νησιού από τα στρατεύματα της Σαρδηνίας». Σε αυτές τις συγκεχυμένες οδηγίες που ορισμένες φορές προσέκρουαν μεταξύ τους, οι στρατηγοί είχαν μάθει να είναι υπομονετικοί και να περιμένουν μετά από κάθε διαταγή την αναπόφευκτη αντιδιαταγή.
Ωστόσο, η κατάσταση θα πάρει μια νέα, ξαφνική τροπή, όταν ο Μουσολίνι θα μάθει από τις εφημερίδες ότι ο Χίτλερ κατέλαβε τις πετρελαιοπηγές στη Ρουμανία. Έξαλλος γιατί δεν είχε ενημερωθεί από τον «φίλο», έτρεξε να εκτονώσει τον θυμό του στον Τσιάνο, λέγοντάς του πως αυτή τη φορά ήταν η σειρά του Γερμανού δικτάτορα να μάθει από τις εφημερίδες την εισβολή της Ιταλίας στην Ελλάδα.
H απόφαση για την επίθεση στην Ελλάδα θα ανακοινωθεί από τον Μουσολίνι στην στρατιωτική ηγεσία στις 15 Οκτωβρίου.

Ακούγεται παράξενο, ωστόσο ο τορπιλισμός του ΕΛΛΗ δεν επιτάχυνε τα γεγονότα αλλά τα καθυστέρησε. Η διπλωματική διένεξη που ξέσπασε μετά τον τορπιλισμό παραδόξως απείλησε να ματαιώσει εν τη γενέσει τις φασιστικές επιθετικές φιλοδοξίες κατά της Ελλάδας. Πράγματι, όπως σημειώνει ο Γκράτσι, «από τις 15 Αυγούστου και μετά, γύρω από την ιταλική πρεσβεία στην Αθήνα δημιουργήθηκε ένα κενό». Κάθε εσωτερική αντιπολίτευση στο καθεστώς του Μεταξά έπαψε, η τραγωδία του ΕΛΛΗ είχε συσπειρώσει την χώρα. Στη Ρώμη, εν τω μεταξύ, «η ενορχηστρωμένη ανθελληνική  εκστρατεία» διαμέσου του τύπου που είχε ξεκινήσει στις αρχές Αυγούστου, διακόπηκε απότομα.

Η φασιστική Ιταλία, αξεπέραστη σε τέτοιου είδους ενέργειες, για ακόμη μια φορά είχε πετύχει να φερθεί με μισητό τρόπο, επιβλαβή από ψυχολογικής άποψης και διόλου χρήσιμο στρατιωτικά. Στην καρδιά των Ελλήνων μαχητών στην Αλβανία, ή βεβήλωση της εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου θα αποτελέσει έναν από πιο βαθιά κίνητρα, παροτρύνοντάς τους να αγωνιστούν με πείσμα και αποφασιστικότητα εναντίον του εχθρού.

Σπύρος Ιωνάς

πηγές
Mario Cervi, “Storia della guerra di Grecia”
MacGregor Knox, “Mussolini Unleashed, 1939-1941”
Indro Montanelli, “L’Italia delle grandi guerre: Da Giolitti all’armistizio”
F. Mattesini, “Corrispondenza e direttive tecnico-operative di Supermarina vol. I/II: Agosto – Dicembre 1940”
John Carr, “The Defence and Fall of Greece 1940-1941”
Galeazzo Ciano, “Diario 1937-1943”
Platon Alexiades, “Target – Corinth Canal 1940-1944”
Alessandro Giorgi, “Cronaca della Seconda Guerra Mondiale 1939-1945”
Enzo Raffaelli – Stefano Gambarotto, “Campagna di Grecia, Alpini e Fanti”
Giorgio Rochat, “Le guerre italiane 1935-1943. Dall’impero d’Etiopia alla disfatta”
https://it.wikipedia.org
http://www.marina.difesa.it/
http://www.sommergibili.com/