Η ομιλία του Γιώργου Ζούμπου στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο, σε διήμερο εκδηλώσεων με θέμα «Το φασιστικό φαινόμενο στην Ευρώπη: Παλαιές και σύγχρονες όψεις».

 

Pierro Parini, σημαίνουσα φυσιογνωμία του Φασισμού και «Αρχηγός του Γραφείου Πολιτικών Υποθέσεων Ιονίων Νήσων»

Κατά το   Ρατζανί Πάλμε Ντατ  «…ο φασισμός αποτελεί αποκλειστικά μεθοδολογική τακτική του χρηματιστικού κεφαλαίου … ώστε να ηττηθεί η προλεταριακή επανάσταση, να διασπαστεί ο εκμεταλλευόμενος πληθυσμός και συνεπώς να διατηρήσει ο καπιταλισμός την κυριαρχία του. Ολες οι προπαγανδιστικές “θεωρίες”, οι μυθολογικές γαρνιτούρες, οι υποτιθέμενες “νέες σχολές πολιτικής σκέψης” κλπ. απλώς αποτελούν ένα προπέτασμα καπνού για να καλύψουν τον εν λόγω στόχο»[1].

Σύμφωνα με τις θέσεις της 13ης Ολομέλειας της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομμουνιστικής Διεθνούς το Δεκέμβρη του 1933[2]: «Ο φασισμός είναι η πιο ανοιχτή τρομοκρατική διχτατορία των πιο αντιδραστικών, σοβινιστικών και ιμπεριαλιστικών στοιχείων του χρηματιστικού κεφαλαίου. Ο φασισμός προσπαθεί να εξασφαλίσει στο μονοπωλιακό κεφάλαιο τη μαζική βάση μέσα στους μικροαστούς και στρέφεται για το σκοπό αυτό προς τους αγρότες, χειροτέχνες, ιδιωτικούς και δημόσιους υπαλλήλους, που πετάχτηκαν από την κανονική τους τροχιά και ιδιαίτερα προς τα ταξικά ξεπεσμένα στοιχεία στις μεγάλες πόλεις, ενώ καταβάλλει προσπάθειες να εισχωρήσει και στην εργατική τάξη.

Η εμφάνιση του φασισμού στο ιστορικό προσκήνιο δεν είναι κεραυνός εν αιθρία στη μεσοπολεμική Ευρώπη.[3] Σαν φαινόμενο, είτε στην ιταλική – φασιστική είτε στη γερμανική – ναζιστική παραλλαγή του, είναι γνωστό από το τέλος ακόμα του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου, ενώ μορφές αυταρχικής διακυβέρνησης που τείνουν προς το φασισμό ή είναι φασιστικές, εμφανίζονται σε μια σειρά από ευρωπαϊκές χώρες κατά τη δεκαετία του ’20.

Το τρίπτυχο του ιταλικού Φασισμού «Να πιστεύεις, να υπακούς, να πολεμάς» σώζεται ως τις μέρες μας στο Παλιό Φρούριο

 Στην Ιταλία

Η Ιταλία είναι η πρώτη χώρα της Ευρώπης, στην οποία εγκαθιδρύεται φασιστικό καθεστώς στα 1923. Η ίδια η λέξη «φασισμός » είναι ιταλική («fascio»), προέρχεται κατ’ ευθείαν από τα λατινικά, σημαίνει «δέσμη» και παραπέμπει σε αρχαίο ρωμαϊκό σύμβολο δύναμης.

Η Ιταλία συμμετέχει στον Α` Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό των δυνάμεων της Αντάντ, διεκδικώντας μερίδιο της ιμπεριαλιστικής λείας στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής και της Αφρικής, αλλά οι διεκδικήσεις της δεν ικανοποιούνται από τους λοιπούς συμμάχους. Έτσι, το κίνημα του «Fascio» αναπτύσσεται μέσα σε συνθήκες γενικευμένης εθνικής και οικονομικής δυσαρέσκειας και κατορθώνει να επικρατήσει με χαρακτηριστική ευκολία και χωρίς ιδιαίτερες αντιστάσεις από την πλευρά του ιταλικού λαού και του εργατικού κινήματος (το Κομμουνιστικό Κόμμα Ιταλίας έχει ιδρυθεί από το 1921). Το φασιστικό κόμμα εκπροσωπεί, σε πολιτικό επίπεδο, την αστική τάξη και τους μεγαλογαιοκτήμονες. Στην προπαγάνδα του, χρησιμοποιεί τα κλασικά  μοτίβα των ομόλογων καθεστώτων:

  • Κολακεία προς το «λαό» (όπου ο λαός δεν ορίζεται ταξικά, αλλά συμπεριλαμβάνει όλες τις τάξεις που απαρτίζουν το έθνος).
  • Ιδιαίτερη έμφαση στους αγρότες (ως «ρίζα του έθνους».
  • Προαγωγή της «συνεργασίας των τάξεων».
  • Οξύ αυταρχισμό και αντικομμουνισμό.

Ταυτόχρονα ασκεί ιμπεριαλιστική πολιτική, που αποβλέπει στη διείσδυση στα δυτικά Βαλκάνια (κυρίως την Αλβανία), στην ανατολική Μεσόγειο και την Αφρική, όπου η Ιταλία είχε παραδοσιακά τη μεγαλύτερη επιρροή (Λιβύη, Σομαλία, Αιθιοπία).[4]

Από τακτική άποψη, ο ιταλικός φασισμός χειροκροτεί συστηματικά την κατάληψη των εργοστασίων από τους εργάτες, τις επιδρομές για τρόφιμα, τις απεργίες, την κατάληψη της γης από τους αγρότες κλπ. και καλεί να κρεμαστούν οι κερδοσκόποι στους φανοστάτες και άλλα παρόμοια μέτρα. Σε σύγκριση με το φασισμό , ο κατάλογος των προεκλογικών υποσχέσεων και η αθέτησή τους από το μέσο όρο «της παλιάς συμμορίας των πολιτικών», όπως χαρακηρίζεται, φαντάζει αθώο παιδικό και σχεδόν τίμιο παιχνίδι. Η πολιτική ιστορία, σε όλη την έκτασή της, δεν έχει προηγούμενο ξεδιάντροπης ατιμίας σαν αυτή του φασισμού[5].

Η εσωτερική αντίσταση ενάντια στο φασισμό ξεκινά μόλις στα τέλη της δεκαετίας του 1929 και αναπτύσσεται στα μέσα της δεκαετίας του ’30. Κομβικό σημείο για την αφύπνιση των αντιφασιστικών και φιλειρηνικών αισθημάτων του ιταλικού λαού αποτελεί η ενεργός συμμετοχή της φασιστικής Ιταλίας στο συνασπισμό του Αξονα και η έξοδός της, το Μάη του 1940 στον πόλεμο, με επίθεση στην ήδη νικημένη Γαλλία. Τον Οκτώβρη του ίδιου χρόνου, επιτίθεται στην Αλβανία και στις 28 Οκτώβρη στην Ελλάδα, όπου κυβερνά το – ομόλογο ιδεολογικά, αλλά αγγλόφιλο – δικτατορικό καθεστώς Μεταξά.[6]

Η Κέρκυρα αποτελεί κατά το Μουσολίνι «ζωτικό χώρο για την Ιταλία» και δέχεται ήδη από το 1923 την πρώτη απόπειρα κατάληψης. Στα 1939 περιλαμβάνεται στα φασιστικά σχέδια άμεσης κατάληψης αλλά η υπολογιζόμενη βρετανική αντίδραση τα ματαιώνει. Με την έκρηξη του πολέμου δεν υφίσταται βομβαρδισμούς καθώς η κατάληψή της θεωρούνταν ζήτημα των πρώτων ημερών.  Όταν φαίνεται το ανέφικτο της προσδοκίας, αρχίζουν από την 1η Νοεμβρη 1940 ανηλεείς βομβαρδισμοί.

Στα Ιόνια

Με την ιταλογερμανική κατάκτηση, η Ελλάδα χωρίζεται σε τρεις ζώνες κατοχής. Οι Ιταλοί παίρνουν τη μερίδα του λέοντος: Δυτική Μακεδονία, Ηπειρο, Θεσσαλία, Πελοπόννησο, νησιά Αιγαίου (πλην Μήλου, Λήμνου, Λέσβου, Χίου) και την περιοχή Λασηθίου στην Κρήτη. Τα Ιόνια νησιά προσαρτούνται ουσιαστικά στην Ιταλία, ενώ τα Δωδεκάνησα τελούν ήδη υπό ιταλική κατοχή. Επίσης, οι Ιταλοί ασκούν από κοινού με τους Γερμανούς τη διοίκηση στην Αθήνα και στον Πειραιά.

Στην κατοχική διοίκηση, οι Ιταλοί φασίστες αξιωματούχοι και στρατιωτικοί δεν υπολείπονταν σε βαρβαρότητα των Γερμανών συμμάχων τους. Αντίθετα, σε επίπεδο στόχων, προπαγάνδας και τακτικής, η ιταλική διοίκηση εμφανίζεται, σε κάποιες περιπτώσεις, διαφοροποιημένη καθώς προβάλλει την ύπαρξη «εθνικών» ερεισμάτων, καθώς και «νόμιμων» ιστορικών διεκδικήσεων σε συγκεκριμένες περιοχές του ελληνικού χώρου. Ειδικά στο Ιόνιο, η ιταλική Κατοχική Διοίκηση προσπαθεί  να  αποκόψει εντελώς τη διοίκηση των νησιών από την υπόλοιπη ελληνική επικράτεια. Εκδίδεται νόμισμα (η «ιονική δραχμή»), ενώ ασκείται πολιτιστική προπαγάνδα η οποία εμφανίζει τους Ιταλούς ως απόγονους των «Βενετών, που εκπολίτισαν τα νησιά». Οσοι αντιστέκονται, χαρακτηρίζονται «φορείς βυζαντινισμού και ανατολίτικης νοοτροπίας».[7] Ωστόσο, σε αντιδιαστολή με την πολιτική της ιταλικής κατοχικής διοίκησης, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε τη συμπεριφορά των απλών Ιταλών φαντάρων, καθώς ο ιταλικός λαός, που δέχτηκε παθητικά και επί μακρόν το φασιστικό καθεστώς, δεν ενσωμάτωσε, γενικά, τις «αξίες» του, ιδιαίτερα τις μιλιταριστικές.

Τα Παλαιά Ανάκτορα της πόλης με την «τρικολόρε» να κυματίζει

 Σκοπός η προσάρτηση

 Οι Ιταλοί επιθυμούν τα Ιονια, μετά την κατάρευση του μετώπου, να αποτελέσουν ιταλική επαρχία, χωρίς όμως να γινει επίσημη προσάρτηση.[8] Αν και οι Γερμανοί αρχικά διαφωνούν στη μείωση της ελληνικής επικράτειας, στη συνέχεια – τον Ιούνη του 1941 – αποδέχονται τις ιταλικές βλέψεις και στα Νησιά εφαρμόζεται πολιτικό-διοικητικό καθεστώς που συνιστά de facto προσάρτησή τους στην Ιταλία, χωρίς όμως να ακολουθηθεί κάποια τυπική διαδικασία.

Η οργανωτική μορφή εφαμόζεται με διαταγή του επικεφαλής του Γραφείου Πολιτικών Υποθέσεων Ιονίων Νήσων Piero Parini στις 21 Ιούνη 1941 και στις 16 Αυγούστου υπογράφεται ιταλογερμανική συνθηκη για την απόσπαση των Ιονίων Νήσν από την «Ελληνική Πολιτεία». O Parini υπάγεται στην ανώτατη στρατιωτική διοίκηση κατοχής και επικοινωνεί απευθείας με το ιταλικό υπουργείο Εξωτερικών. Σε κάθε νησί δημιουργείται τμήμα του Γραφείου Πολιτικών Υποθέσεων και τοποθετούνται ιταλοί πολιτικοί σύμβουλοι ως εκπρόσωποι του Αρχηγού των Πολιτικών Υποθέσεων.

Το Γραφείο Πολιτικών Υποθέσεων αποτελεί την ανωτατη πολιτική αρχή στα Επτάνησα και τελικός σκοπός όλων των ενεργειών είναι και η τυπική προσάρτηση στην Ιταλία.[9]  Η αποκοπή από το υπολοιπο ελληνικό κράτος ολοκληρωνεται το 1942 όταν οι διοικητικές αρχές παύουν να θέτουν προς έγκριση στις διοικητικές αρχές της Αθήνας τις πράξεις και αποφάσεις τους.

 Οι δημόσιοι υπάλληλοι

 Σύμφωνα με τον κανονισμό της Χάγης         (1899, 1907) οι δημόσιοι λειτουργοί οφείλουν να εργάζονται και μετά την κατάκτηση της χώρας τους από τον εχθρό, ενώ η κατάκτηση δεν συνιστά νόμιμο τίτλο για την επέκταση της κυριαρχίας του κατακτητή.[10] Στην περίπτωση των Ιονίων Νήσων, στους δημοσίους υπαλλήλους εμφανιζεται το  δίλημμα: «Υπηρετούν σε μία προσαρτημένη επαρχία του ιταλικού κράτους ή υπηρετούν σε τμήμα του ελληνικού κράτους;»  Η απάντηση που έδωσε η πλειοψηφία των υπαλλήλων ήταν σαφής: υπηρετούσαν σε τμήμα του ελληνικού κράτους και διεκδικούσαν την εφαρμογή του δικαίου του πολέμου, όπως είχε αποτυπωθεί  στον Κανονισμό της Χάγης.[11]

Γενικά οι δημόσιοι υπάλληλοι των Επτανήσων, στην περίοδο της ιταλικής κατοχής  ακολουθούν τα προβλεπόμενα στον Κανονισμό της Χάγης και εναντιώννται στα σχέδια ιταλοποίησης του τόπου τους.  Χαρακτηριστική περίπτωση οι εκπαιδευτικοί: οι οποίοι αρνούνται να εφαρμόσουν την ιταλική νομοθεσία (διδασκαλία ιταλικής γλώσσας, φασιστικός χαιρετισμός, φασιστικές εκδηλώσεις)  με αποτέλεσμα να απομακρυνθούν από τις θέσεις τους και να απελαθούν. Παράλληλα υπάρχουν έντονες αντιδράσεις στο νέο οργανωτικό σχήμα της εκπαίδευσης που επιβάλλουν οι ιταλικές αρχές κατοχής και το οποίο αποσπά τις εκπαιδευτικές διαδικασίες από το ελληνικό κράτος. Αντιδρώντας στο νέο σχήμα, ο  Επιθεωρητής της Κέρκυρας αρνείται να αναφέρεται  στις ιταλικές αρχές επισημαίνοντας ότι οι προϊστάμενες αρχές του είναι το ελληνικό Υπουργείο Παιδείας και ο Γενικός Επιθεωρητής Ιωαννίνων.

Ήδη έχουν προηγηθεί τα γνωστά γεγονότα του Πρωτοκύριακου του 1941 τα οποία προκάλεσαν συλλήψεις μαθητών και καθηγητών και αποτέλεσαν την πρώτη αντιστασιακή πράξη.

3. Κέρκυρα 1933: παρέλαση Λαϊκής Οργάνωσης Νέων Κέρκυρας Βασιλοφρόνων

Μια άλλη περίπτωση αφορά ένα μεμονωμένο αλλά χαρακτηριστικό περιστατικό:  την κυκλοφορία στα Επτάνησα, την 1η Σεπτεμβρίου 1941, ιταλικών γραμματοσήμων (Διάταγμα 12/12-8-1941) με σκοπό να αντικαταστήσουν τα ελληνικά. Η ενέργεια αυτή αποτελεί υπέρβαση των εξουσιών του κατακτητή, σύμφωνα με τον Κανονισμό της Χάγης, καθώς δεν συνδέεται με πολεμικά συμφέροντα του κατακτητή και κατά συνέπεια δεν είναι αναγκαία. Ο επικεφαλής της Νομαρχίας της Κέρκυρας αρνείται την εφαρμογή της σχετικής διαταγής επικαλούμενος τον Κανονισμό της Χάγης, με το επιχείρημα ότι η εισαγωγή ιταλικών γραμματοσήμων δεν αφορά το πολεμικό συμφέρον, τη δημόσια τάξη και την ασφάλεια των κατοχικών στρατευμάτων. Η απάντηση αυτή προκαλεί την απέλαση τόσο του ίδιου όσο και του επικεφαλής του δημόσιου ταμείου της Κέρκυρας.

Τα παραπάνω αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα της ανάπτυξης στους κόλπους των δημόσιων υπαλλήλων ενός κινήματος αντίστασης με όπλο τη τήρηση της νομιμότητας, όπως αυτή προβλέπεται  στον Κανονισμό της Χάγης, σύμφωνα με την οποία η στρατιωτική κατοχή δεν αναιρεί το καθήκον προς την πατρίδα ούτε δημιουργεί υποχρέωση πίστης στον κατακτητή. Και αυτό ανεξάρτητα από τη σταδιακή δημιουργία αντιστασιακών οργανώσεων.

Οικονομία

 Η οικονομική πολιτική των Ιταλών περιλαμβάνει δύο τομείς:[12]

Α. Εντατική οικονομική εκμετάλλευση των πολιτών και ιδιοποίηση όλης της τοπικής παραγωγής, με σκοπό να οδηγηθεί ο πληθυσμός σε εξαθλίωση και πλήρη εξάρτηση επιβίωσης από τοςυ Ιταλούς.

Β. Την παροχή ελαχίστων ειδών διατροφής και ειδών πρώτης ανάγκης στον πληθυσμό κύρια των αστικών κέντρων, σαν δείγμα ευεργεσίας και μεγαλοψυχίας των ιταλών αξιωματικών και του Ντούτσε. Ήταν μια προπαγανδιστική τακτική  που δεν έπεισε το λαό για τις αγαθές προθέσεις του κατακτητή.

Γ. Την ολοκληρωτική επικράτηση στην οικονομία των Νησιών με την έκδοση νέου νομίσματος (Άνοιξη 1942), της ιονικής δραχμής, που αντικαθιστά τις ελληνικές δραχμές αλλά και τις μεσογειακές δραχμές που είχαν κυκλοφορήσει μετά την κατάκτηση των Νησιών.

Προπαγάνδα

Ο ιταλικός Φασισμός δίνει ιδιαίτερη σημασία στην προπαγάνδα και στο Γραφείο Πολιτικών Υποθέσεων Ιονίων Νησων ιδρύεται Γραφείο Τύπου, Προπαγάνδας και Τουρισμού με διευθυντή τον Paolo Veronese. Kύρια προπαγανδιστικά όργανα[13]

Η Εφημερίς των Ιονίων

 Οι  ιταλικές αρχές εκδίδουν στους πρώτους μήνες της Κατοχής την εφημερίδα Ιόνιο τρεις φορές την εβδομάδα και στη συνέχεια την Εφημερίδα των Ιονίων σε ελληνική και ιταλική έκδοση.

 Τον Αύγουστο του 1942 με την καθοδήγηση της Κ.Ο.Κ. οργανώνεται ο πρώτος παράνομος εκδοτικός μηχανισμός. Μια κάσα στοιχεία και ένα χειροκίνητο πιεστήριο τοποθετούνται στη σοφίτα του τυπογραφείου του Ιωσήφ Βεντούρα και με αυτά αρχίζει η έκδοση των πρώτων παράνομων εφημερίδων με τυπογράφους το Βεντούρα και το Σπύρο Μπαλό. [14]

Στα τέλη Σεπτέμβρη του 1942 η ιταλική Καραμπινιερία ανακαλύπτει φύλλα των παράνομων εφημερίδων  και συλλαμβάνει πολλούς τυπογράφους, προσπαθώντας να βρει τους εκδότες. Ο Βεντούρας συλλαμβάνεται και βασανίζεται στις εγκληματικές φυλακές. Δεν αντέχει τα βασανιστήρια και πεθαίνει χωρίς να αποκαλύψει το μυστικό της έκδοσης του παράνομου τύπου. Η γενναιότητα του Βεντούρα είχε σαν αποτέλεσμα να μην υπάρξουν συνέπειες για την οργάνωση. Το τυπογραφείο μεταφέρθηκε στο Μαντούκι όπου και συνεχίστηκε η έκδοση.

Το Μάη του 1943 ανασυντάσσονται οι δυνάμεις του Ε.Α.Μ. και μέσα στο ιταλικό τυπογραφείο «San Marco» δημιουργείται μια ομάδα  με σκοπό την αναδιοργάνωση του παράνομου εκδοτικού μηχανισμού. Την ομάδα αποτελούν οι: Σωτήρης Μινέρβος, Σπύρος Μπαλός και οι αθηναίοι λινοτύπες Μιχάλης Μιχαλόπουλος και Κώστας Γκιουζέπης.

Χάρη  σε αυτούς, τυπογραφικά στοιχεία, συνθετήρια, γραμμές κ.τ.λ. φεύγουν καθημερινά από το ιταλικό τυπογραφείο και εμπλουτίζουν τον παράνομο εκδοτικό μηχανισμό του Ε.Α.Μ. Κέρκυρας. Επιπλέον, ο Σωτήρης Μινέρβος αποκτώντας τη εμπιστοσύνη της διεύθυνσης της «Εφημερίδας των Ιονίων» χρησιμοποιεί το ραδιόφωνο της εφημερίδας για τη σύνταξη του καθημερινού μυστικού δελτίου ειδήσεων.

Στις 8 Σεπτέμβρη 1943 η Ιταλία συνθηκολογεί και λίγες μέρες αργότερα η Κέρκυρα, αφού περάσει τη μέρα του Σταυρού, βρίσκεται πλέον στη σκιά του γερμανικού φασισμού.

* *

[1]  Ρατζανί Πάλμε Ντατ, Φασισμός και κοινωνική επανάσταση, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2013, σ. 246-247

[2]  Πετρόπουλος Γιώργος, «Πως φτάσαμε στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο θλιβερός ρόλος της σοσιαλδημοκρατίας απέναντι στο φασισμό», Ριζοσπάστης, 15-05-2005

[3] Πετρόπουλος Γιώργος, «Πως φτάσαμε στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το πολιτικό ρεύμα του Φασισμού», Ριζοσπάστης, 14-05-2005

[4] Μόσχου Δώρα, «Η συνθηκολόγηση της Ιταλίας στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η προϊστορία. Το φασιστικό καθεστώς», Ριζοσπάστης, Ένθετη έκδοση, 07-09-2003

[5] Ρατζανί, ό.π., σ. 260-261

[6]  Δώρα Μόσχου, ό.π.

 [7] Μπότσης Μιλτιάδης, Γεωπολιτική Αδριατικής-Ιονίου: Η Περίπτωση της Κέρκυρας, Geolab – Παπαζήσης, 2005

[8]Μοσχόπουλος Διονύσης, «Η ιταλική διοίκηση των Επτανήσων (1941-1943) και οι κυβερνήσεις Συνεργασίας των Αθηνών (1941-1944)», Κεφαλληνιακά Χρονικά, τ. 13, Αργοστόλι, 2012, σ. 232

[9] Μοσχόπουλος Διονύσης, «Οι δημόσιοι υπάλληλοι των Επτανήσων κατά τη διάρκεια τη ιταλικής και γερμανικής κατοχής (1941-1944). Νομικά και ηθικά  διλήμματα», Εισήγηση στο Ι’ Πανιόνιο Συνέδριο (Κέρκυρα 1914, Πρακτικά υπό δημοσίευση).

[10] Μοσχόπουλος Διονύσης, «Οι δημόσιοι υπάλληλοι …», ό.π.

[12]Μάργαρη Φιλιππίτσα, Η Προπαγάνδα και η Εκπαιδευτική πολιτική των Ιταλικών Στρατευμάτων Κατοχής στα Επτάνησα (1941-1943), Πρόγραμμα μεταπτυχακών σπουδών στο Πανεπιστήμιο Πατρών, Σχολή Ανθρωπιστικών και Κοινωνικών Επιστημών, Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης, Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών, Ειδίκευση: Ιστορία της Εκπαίδευσης και Μουσειοπαιδαγωγική, ακαδ. Έτος 2010-2011, σε. 77-84

[13][13] Μάργαρη Φιλιππίτσα, ό.π., σ. 85-104

[14] Ζούμπος Γιώργος,  “Ο παράνομος τύπος στην κατοχική Κέρκυρα”, Ενημέρωση, φ. 25-09-2010

 

* * *