Άρχισε πριν 100 χρόνια

«Η ανακωχή της Κομπιένης  προσδιορίζει το τυπικό τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου που διήρκεσε από το 1914 ως το 1918»

Στις 28 Ιούνη του 1914 ο διάδοχος του θρόνου της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας αρχιδούκας Φραγκίσκος Φερδινάνδος και η σύζυγός του Σοφία Χότεκ,δολοφονούντσι στο Σεράγεβο μετά την επιθεώρηση  των μεγάλων καλοκαιρινών γυμνασίων του αυστροουγγρικού στρατού στη Βοσνία.

7 Γενάρη 1918 : Η ρωσική αντιπροσωπεία προσέρχεται στις συνομιλίες για την ειρήνη στο Μπρεστ Λιτοφσκ. Από αριστερά: ο λοχαγός Β. Λίπσκι του Γενικού Στρατηγείου, ο επικεφαλής της αντιπροσωπείας Λέων Τρότσκι, ο ναύαρχος Αλτβάτερ και ο Καμένεφ.

Πίσω από το σχεδιασμό και την πραγματοποίηση της δολοφονίας, βρίσκεται η σερβική μυστική εθνικιστική οργάνωση «Ελευθερία ή Θάνατος», γνωστότερη με το όνομα «Μαύρη Χειρ» της οποίας ηγείται ο διευθυντής του 2ου Επιτελικού Γραφείου του σερβικού στρατού, συνταγματάρχης Ντράγκουτιν Ντιμιτρίεβιτς – Απις. Ο ίδιος συμμετέχει ταυτόχρονα  και σε μια δεύτερη μυστική οργάνωση, η οποία έχει τον τίτλο «Εθνική Αμυνα».
Η δολοφονία του διαδόχου του αυστροουγγρικού θρόνου τίποτα το θετικό δεν είχε να προσφέρει στη Σερβία και στους ομοεθνείς της στη Βοσνία – Ερζεγοβίνη, που βρισκόταν κάτω από αυστροουγγρική κατοχή. Μπορεί να την εξηγήσει ο ακραίος εθνικισμός, τον οποίο καλλιεργούσαν την περίοδο εκείνη οι αστικές τάξεις ολόκληρης της Ευρώπης.

Ακολουθεί, ένα μήνα αργοτερα και  σε συννενόηση με τη Γερμανία, πολεμική εξόρμηση της Αυστροουγγαρίας εναντίον της εξαντλημένης από τους βαλκανικούς πολέμους Σερβίας, ώστε να ισχυροποιηθεί η θέση της  στη Βαλκανική Χερσόνησο. Οι πολεμικές επιχειρήσεις σε ελάχιστο χρονικό διάστημα αγκαλιάζουν ολόκληρη την Ευρώπη.

Στις 31 Ιουλίου η Ρωσία καλέι σε γενική επιστράτευση και τηςν επόμενη μέρα βρίσκεται σε εμπόλεμη κατάσταση με τη Γερμανία.  Στις 3 Αυγούστου, η Γερμανία κηρύσσει επίσης, τον πόλεμο στη Γαλλία και την επομένη η Αγγλία στη Γερμανία. Ο πρώτος ιμπεριαλιστικός πόλεμος έχει ήδη ξεκινήσει και τίποτα δεν είναι  σε θέση να τον σταματήσει εκείνη τη στιγμή.

Τα οικονομικά αίτια του «Μεγάλου Πολέμου»

Στα τέλη του 19ου αιώνα με αρχές του 20ου, ο καπιταλισμός περνά στο μονοπωλιακό στάδιο. Ενδεικτικά στοιχεία για το πέρασμα αυτό είναι:

Στη Γερμανία, το 1905 υπάρχουν τουλάχιστον 285 καρτέλ τα οποία περιλαμβάνουν 12 χιλιάδες επιχειρήσεις, παράγουν τα 3/5 σχεδόν από το συνολικό όγκο των προϊόντων και κυριαρχούν στους σπουδαιότερους κλάδους της βιομηχανίας. Το 1911 τα καρτέλ φτάνουν τα 550 με 600. Τεράστια μονοπωλιακά συγκροτήματα, συνδεδεμένα στενά με τις μεγαλύτερες τράπεζες, συγκεντρώνουν ολόκληρους κλάδους της βιομηχανίας και η οικονομική δύναμη βρίσκεται πλέον  στα χέρια μιας μικρής ομάδας.

Στις ΗΠΑ, το 1901, ιδρύονται 75 τραστ που συνενώνουν περισσότερες από 1.600 επιχειρήσεις με συνολικό μετοχικό κεφάλαιο περίπου 3 δισ. δολάρια. Οι μονοπωλιακές αυτές επιχειρήσεις στο διάστημα 1903 – 1905 δίνουν το 75% της παραγωγής γαιάνθρακα και το 84% της παραγωγής πετρελαίου. Με κάποιες διαφοροποιήσεις αναπτύσσονται τα μονοπώλια και στις υπόλοιπες ισχυρές χώρες της εποχής:  Αγγλία, Γαλλία, Ιαπωνία, Ρωσία,  Αυστροουγγαρία κλπ.
Παράλληλα και σε άμεση αλληλεξάρτηση με το βιομηχανικό, αναπτύσσεται το τραπεζικό κεφάλαιο. Στις αρχές του 20ού αιώνα, στη Γερμανία κυριαρχούν εννιά τράπεζες του Βερολίνου, στη Γαλλία κυριαρχούν τρεις και στις ΗΠΑ δύο. Στην Αγγλία, οι τράπεζες στην ανάπτυξή τους ακολουθούν τον αποικιακό χαρακτήρα του βρετανικού κεφαλαίου. Στα 1904 υπάρχουν 50 αποικιακές τράπεζες με 2.279 αποικιακά παραρτήματα, όταν οι γαλλικές τράπεζες, για την ίδια χρονική περίοδο, έχουν 136 αποικιακά παραρτήματα και οι γερμανικές 70. Στα 1910 τα αποικιακά παραρτήματα των αγγλικών τραπεζών φτάνουν τα 5.498.

Μοίρασμα αγορών

Στα πλαίσια των νέων οικονομικών συνθηκών, τα όρια των εθνικών αγορών δεν είναι ικανά να συγκρατήσουν τη δράση των μονοπωλίων. Ετσι, με το ξημέρωμα του 20ού αιώνα, εμφανίζεται σε γιγαντιαίες διαστάσεις η εξαγωγή κεφαλαίου και ο ανταγωνισμός των πολυεθνικών μονοπωλίων για το μοίρασμα των αγορών και σφαιρών επιρροής ανάμεσά τους. Ο ανταγωνισμός αυτός  προκαλεί συνεχείς τριβές ανάμεσα στα ιμπεριαλιστικά κράτη. Οι τριβές αυτές ακολουθούνται από μεγάλες κρίσεις, όπως η μαροκινή στα 1905-1906 και 1911 και η βοσνιακή στα 1908-1909, αλλά και περιφερειακούς πολέμους, όπως ο Ισπανο-Αμερικανικός στα 1898, ο πόλεμος των Αγγλων εναντίον των Μπόερς στα 1899-1902, ο Ρωσο-Ιαπωνικός πόλεμος στα 1903-1904, ο Ιταλο-Τουρκικός στα 1911-1912 και οι Βαλκανικοί 1912-1913.

Η συνέχεια είναι ο «Μεγάλος Πόλεμος» ο οποίος δεν είναι κεραυνός εν αιθρία, αλλά η συνέπεια όσων προηγήθηκαν της έκρηξής του. Ξεκινά επίσημα στις 2 Αυγούστου 1914 και κρατά ως τις 11 Νοεμβρίου 1918. Οι δύο αντιμαχόμενοι στρατιωτικοπολιτικοί συνασπισμοί που συγκρούονται είναι: η «Τριπλή Συνεννόηση» (Τριπλή Αντάντ) και η «Τριπλή Συμμαχία» (Κεντρικές Δυνάμεις). Στην Τριπλή Συνεννόηση (συγκροτείται στα 1907, όταν η Ρωσία και η Αγγλία έρχονται σε συμφωνία που συμπλήρωνε την αγγλογαλλική συμφωνία του 1904) κυριαρχούν η Αγγλία, η Γαλλία και η Ρωσία. Στην «Τριπλή Συμμαχία» δεσπόζουν η Γερμανία, η Αυστροουγγαρία και η Ιταλία. Η συγκρότησή της ξεκινά με τη γερμανοαυστριακή στρατιωτική συμμαχία του 1878 που ολοκληρώνεται με την προσχώρηση σ’ αυτήν της Ιταλίας, το 1883.

Παρίσι-Αψίδα του Θριάμβου, 4 Ιούλη 1919. Κατά τον εορτασμό της επετείου της Γαλλικής Επανάστασης, ελληνικό στρατιωτικό απόσπασμα και εύζωνοι παρελαύνουν

Οι συνασπισμοί αυτοί στην πορεία του πολέμου αλλάζουν. Η Ιταλία, για παράδειγμα, στην αρχή της αναμέτρησης, δηλώνει ουδετερότητα και στη συνέχεια επιχειρεί να συμπαραταχτεί με κάποιον από τους δύο συνασπισμούς, που θα της δώσει τα ανταλλάγματα που ζητά. Τελικά, το Μάη του 1915 περνά με το μέρος της Αντάντ, αλλά το κενό της στην Τριπλή Συμμαχία καλύ[τει η Βουλγαρία, που επίσης στην αρχή του πολέμου δήλωσε αυστηρή ουδετερότητα, αλλά το φθινόπωρο του 1915 περνά στο πλευρό των κεντρικών δυνάμεων. Το ίδιο κάνει και η Τουρκία, με αποτέλεσμα η Τριπλή Συμμαχία να γίνει τετραπλή (γερμανο-αυστρο-βουλγαρο-τουρκική). Επιπλέον πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι το παζλ των εμπολέμων συμπληρώνουν και μια σειρά από μικρότερες χώρες, που παίρνουν τα όπλα τασσόμενες στο πλευρό του ενός ή του άλλου στρατιωτικοπολιτικού συνασπισμού, αλλά και οι Ηνωμένες Πολιτείες, που από σκοπιμότητα ενεπλάκησαν καθυστερημένα, στις 6 Απρίλη του 1917 για να πάρουν μέρος στη μοιρασιά της λείας των νικητών.

 Η ανακωχή της Κομπιένης

Στις αρχές του Νοέμβρη του 1918, μετά τη συνθηκολόγηση όλων των συμμάχων της, η Γερμανία βρίσκεται σε απελπιστική κατάσταση. Τη στιγμή που έφτανε στο Βερολίνο ο εκπρόσωπος των χωρών της Αντάντ, μεταφέροντας τους όρους της ανακωχής, στη Γερμανία είχε ξεσπάσει επανάσταση. Στις 8 Νοέμβρη ο στρατάρχης Φερδινάνδος Φος δέχεται την αντιπροσωπεία της γερμανικής κυβέρνησης στο σιδηροδρομικό σταθμό Ρετόντ, στο δάσος της Κομπιένης, στο βαγόνι όπου είχε το στρατηγείο του. Οι όροι της ανακωχής που προτείνουν οι νικητές στους Γερμανούς, είναι ιδιαίτερα σκληροί και στη γερμανική αντιπροσωπεία δίνεταιε προθεσμία τριών μερών για να απαντήσει. Στο διάστημα αυτό οι γερμανοί διπλωμάτες επιχειρούν να βελτιώσουν τους όρους με βασικό επιχείρημα ότι έπρεπε να διατηρηθεί ένα σημαντικό μέρος του γερμανικού στρατού για την αντιμετώπιση του «μπολσεβίκικου κινδύνου», επιχείρημα στο οποίο οι σύμμαχοι, «έδειξαν κατανόηση». Η γερμανική αντιπροσωπεία υπέγραψε την πράξη ανακωχής το πρωί της 11ης Νοέμβρη, ορίζοντας το τυπικό τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου που διήρκεσε από το 1914 ως το 1918. Στον πόλεμο αυτό πήραν μέρος 34 κράτη με συνολικό πληθυσμό πάνω από ένα δισεκατομμύριο, δηλαδή το 67% του συνολικού πληθυσμού της Γης.

Υπό τα όπλα ήταν 70 εκατομμύρια άνδρες. Οι νεκροί ξεπέρασαν τα 10 εκατομμύρια και πάνω από 20 εκατομμύρια υπολογίστηκαν οι τραυματίες. Από την άποψη των απωλειών, στην πρώτη γραμμή ήταν η Ρωσία με 2.300.000 νεκρούς στρατιώτες στα πεδία των μαχών. Οι πολεμικές επιχειρήσεις έγιναν σε έδαφος που η έκτασή του ξεπερνούσε τα 4 εκατομμύρια τετραγωνικά χιλιόμετρα. Μόνο οι καθαρά στρατιωτικές δαπάνες των εμπολέμων κρατών έφτασαν τα 208 δισεκατομμύρια δολάρια.

Γιώργος Ζούμπος

15-11-2014

* * *