Το 1400 ο Jacopo Coltrino στάλθηκε στην Κέρκυρα με μια εξουσιοδότηση για να προετοιμάσει ένα γενικό σχέδιο για τις οχυρώσεις. Η κατασκευή τους δεν εντάθηκε εντούτοις μέχρι το πρώτο μισό του δέκατου έκτου αιώνα, και συγκεντρώθηκε πρωταρχικά στην περιοχή γύρω από το παλαιό Φρούριο. Από το 1506 μέχρι το 1532 το φρούριο ήταν το αντικείμενο μιας σειράς προγραμμάτων ανακαίνισης και ενίσχυσης: Ο Fra Giocondo (1506), μαζί με τον Lattanzio Bonghi από το Μπέργκαμο, πρότεινε να χωρίσει το Παλαιό φρούριο από το ξωπόλι με τη δημιουργία της Spianata, έναν ισοπεδωμένο χώρο που θα πρόσφερε καλύτερη αντίσταση ενάντια στις πιθανές επιθέσεις από την ξηρά. Οι μελετητές θεωρούν ότι ήταν επίσης ιδέα τους να χωρίσουν το μέρος του Παλαιού Φρουρίου που βλέπει πρός την πόλη από το υπόλοιπο του νησιού και των συνοικιών με τη βοήθεια ενός καναλιού (Contra Fossa).


Το 1532 ο Agostino Da Castello εστάλθηκε από τον Vincenzo Cappello ως αρχιμηχανικός για να προετοιμάσει ένα νέο σχέδιο ενίσχυσης του φρουρίου, αλλά παρά την υποστήριξη του Francesco Maria della Rovere το 1533, η πρωτοβουλία δεν ολοκληρώθηκε εξαιτίας ελείψεων των απαραίτητων κεφαλαίων.
Μεταξύ 1537 και 1558, και μετά από την καταστροφή από τους Τούρκους, ο Michele Sanmicheli και ο ανηψιός του Giangirolamo έχτισαν και οχύρωσαν το τμήμα του Παλαιού Φρουρίου που βλέπει προς την πόλη και που απoτελείται από τους προμαχώνες Savorgnan και Martinengo.
Στη συνέχεια oλοκληρώθηκαν και τα ανατολικά αμυντικά έργα (Capo S. Sidero) κάτω από τη επίβλεψη του μηχανικού Giacomo Fiumicelli (1566). Προστέθηκαν επίσης μία δεξαμενή νερού στην Versiada και μια αποθήκη για κεχρί (πραγματοποιώντας έτσι μια ιδέα του Giulio Savorgnan, 1567) Επίσης και η Spianata, πραγματοποιημένη από το 1524, επεκτάθηκε ακόμα μια φορά, γίνοντας έτσι μια σημαντική περιοχή όχι μόνο από στρατηγικής άποψης, αλλά και ως κύρια εθιμοτυπική περιήγηση της πόλεως.
Κατά τη διάρκεια του τελευταίου τετάρτου του 16ου αιώνα, και με την ολοκλήρωση των εργασιών της οχύρωσης της παλιάς πόλης, διαδικασία που διήρκησε από το 1573 έως και το 1576, μπήκε η ιδέα μιας οχύρωσης που θα εσώκλεινε και την πόλη και τα εξωτερικά προάστεια.


Κατά τη διάρκεια εκείνης της περιόδου, η πόλη της Κέρκυρας είχε επιτύχει ένα σημαντικό επίπεδο αστικής ανάπτυξης, όπως φαίνεται από το γεγονός ότι ο καθεδρικός ναός μεταφέρθηκε από την παλαιά πόλη στην εκκλησία του San Giacomo, μια ιδέα που είχε ήδη προταθεί το 1586 αν και δεν πραγματοποιήθηκε ουσιαστικά μέχρι 1632. Κατά τη διάρκεια εκείνων των ετών και μετά από μια προσεκτική εξέταση των σχεδίων από τον Sforza Pallavicino και τον Giulio Savorgnan, εμπιστεύτηκαν τις εργασίες στον Ferrante Vitelli, έναν μηχανικό που κλήθηκε από τη Βενετία, από το δούκα της Savoia, για να εργαστεί στην κατασκευή του Νέου Φρουρίου. Ο Vitelli ανέσκαψε ένα μεγάλο μέρος της πόλης που βρίσκονταν ανάμεσα από τις πλαγιές του λόφου San Marco και μέρος της ζώνης των λιμένων της Spilea (Σπηλιά).
Οι εργασίες (που συνεχίστηκαν μεχρι τις αρχές του 1790) εποπτεύθηκαν από τον Savorgnan, από τον Jacopo Malatesta και πιθανώς και από τον Bonaiuto Lorini το 1582. Με την ολοκλήρωση της εργασίας ο αρχιτέκτονας τιμήθηκε σαν κύριος δημιουργός του νέου αμυντικού συστήματος και του έγινε μνεία με τα Provveditori, τις αναμνηστικές πλάκες πάνω από τις δύο πύλες της πόλεως ,οι οποίες χτίστηκαν μεταξύ του 1577 και του 1578.
Οι πύλες είναι η Porta Spilea, της οποίΑς η μπροστινή πρόσοψη που βλέπει την θάλασσα διατηρείται μέχρι σήμερα, και η Porta Reale, που καταστράφηκε, η κατασκευή της οποίας εμφανίζεται σε πολλά σχέδια, μεταξύ αυτών και στην Ιστορία της Κέρκυρας (1672) του Andrea Marmora.

Ο χώρος μπροστά από την Porta Reale ισοπεδώθηκε για την τέλεση εκδηλώσεων, παρελάσεων κλπ.
Στην περίοδο 1588-1589, τα τελευταία κεφάλαια διατέθηκαν για την δημιουργία ενισχυμένου περίγυρου που θα έφθανε πέρα από το νέο φρούριο για να περιλάβει τους προμαχώνες Valier και Raimondo, την πλατφόρμα Αγ. Αθανασίου, τον προμαχώνα Σαραντάρη, το οποίο θα επιζούσε μέχρι του τέλους του 18ου αιώνα παρά το μεγάλο αριθμό μετασχηματισμών που υποβλήθηκαν εκείνη την εποχή.

πηγή:Elisabetta Molteni- Silvia Moretti

* * *