Στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, στον νησιωτικό χώρο του Αιγαίου και του Ιονίου υπήρχαν δέκα πόλεις με πληθυσμό άνω των δέκα χιλιάδων κατοίκων. Ήσαν πόλεις παράλιες με οργανωμένα λιμάνια, εκ των οποίων, οι οκτώ είχαν ηλικία μεγαλύτερη από έξι αιώνες. Την ίδια εποχή, περίπου σαράντα κεντρικοί οικισμοί, της ίδιας ηλικίας με τις πόλεις, αναπτύσσονταν στις ακτές των νησιών.
Σε αντίθεση με τα νησιά, στις ηπειρωτικές ακτές του Ιονίου και του Αιγαίου, από το βορειοδυτικό τους όριο, στην Ήπειρο αντίκρυ της Κέρκυρας, μέχρι το νοτιοανατολικό στη Μικρά Aσία αντίκρυ της Ρόδου, υπήρχαν αντίστοιχα πέντε παλαιές και μία νέα πόλη. Ο αριθμός των παράλιων οικισμών με λιγότερους από δέκα χιλιάδες κάτοικους, ήταν εντυπωσιακά μικρότερος απ’ ότι στα νησιά.
Από τη γεωγραφική κατανομή αυτή φαίνεται, ότι ο νησιωτικός χώρος παρουσίαζε κατά τον μέσο 19ο αιώνα, μία εντυπωσιακά πιο εκτεταμένη αστικοποίηση από τις ηπειρωτικές του ακτές. Το δίκτυο εκείνο των νησιωτικών πόλεων και των οικισμών, ήταν ολοκληρωμένο ήδη από τον προηγούμενο 18ο αιώνα. Η διάταξη του, στη μεγάλη γεωγραφική κλίμακα συμπίπτει με τη διάταξη των ναυτικών δρόμων που ένωναν τα μεγάλα λιμάνια της δυτικής Μεσογείου με αυτά της ανατολικής, την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, τα λιμάνια της Μέσης Ανατολής και την Κωνσταντινούπολη.

Οι παλαιές πόλεις του δικτύου, η Κέρκυρα, η Ζάκυνθος, τα Χανιά, το Ηράκλειο, η Ρόδος, η Κως, η Χίος, η Μυτιλήνη είχαν συνεχή ζωή στην ίδια θέση, από πολλούς αιώνες πριν τον 19° αι. Η εικόνα του παράλιου αστικού δικτύου συμπληρώνεται με το μεγάλο πλήθος των πρωτευόντων νησιωτικών οικισμών, όπως η Λευκάδα, οι πολλές Χώρες των Κυθήρων, της Μήλου, της Κιμώλου, της Αστυπάλαιας, της Άνδρου, της Νάξου, η Παροικιά της Πάρου, το Κάστρο της Σίφνου, το Ρέθυμνο, ο Μόλυβος, η Σκιάθος. Πρόκειται για οικισμούς οι οποίοι επίσης ήσαν δημιουργήματα πολύ παλαιότερων εποχών.

Εκτός από το παράκτιο οικιστικό δίκτυο, το οποίο συναντάμε ακμαίο περί το τέλος του 18ου αιώνα, υπήρχε ένα άλλο σύνολο, ερημωμένων ήδη από τότε οικισμών, των οποίων τα ίχνη σώζονται σήμερα σε απρόσιτες βουνοκορφές και σε φαράγγια των νησιών. Αποτελείτο από μεμονωμένους και αραιούς μεταξύ τους οικισμούς. Από την εγκατάλειψη τους έχει περάσει τόσος χρόνος, που η τοπική μνήμη συνήθως αγνοεί το πραγματικό τους όνομα. Τους έχει δώσει τοπωνύμια όπως Παλαιόκαστρο, Παλαιόχωρα, Παλαιοχώρι, Παλαιόπολη. Τα ερείπια τους είναι τα απομεινάρια μεσαιωνικών οικήσεων που δεν επιβίωσαν στη νεώτερη εποχή. Εις βάρος τους, αναπτύχθηκαν οι παράλιες αστικές συγκροτήσεις, οι συνδεδεμένες μέσω της θάλασσας, οι οποίες εντέλει πήραν τη θέση των απομονωμένων ορεινών οικισμών οδηγώντας τους συνήθως στον μαρασμό. Οι ορεινοί οικισμοί, δημιουργήθηκαν σε εκείνες τις θέσεις για λόγους αμυντικούς και προστασίας τους από τη θάλασσα. Η αλλαγή, η οικιστική δηλαδή κάθοδος προς τις ακτές, συνέβη όταν εξέλιπαν οι λόγοι της απομόνωσης, ή, όταν η έλξη που ασκούσε η θάλασσα έγινε ισχυρότερη από την απώθηση που προκαλούσε ο κίνδυνος.

Η ιστορική και αρχαιολογική έρευνα δεν έχει περιγράψει ακόμη τον εκτεταμένο αυτό μετασχηματισμό, παρά μόνο μέσω μεμονωμένων παραδειγμάτων. Στην ελληνική βιβλιογραφία για τους νησιωτικούς οικισμούς, συναντάμε συχνά μία γενικευμένη απλοϊκή ερμηνεία. Υποτίθεται, ότι οι οικισμοί απομακρύνθηκαν από τη θάλασσα και οχυρώθηκαν για να αντιμετωπίσουν το φαινόμενο του ναυτικού πολέμου της πειρατείας. Υπονοείται, ότι την τελευταία περίοδο πριν την Ελληνική Επανάσταση, τότε που η άνθηση της νησιωτικής ναυτιλίας οδήγησε σε αντίστοιχη οικιστική άνθηση, οι νησιώτες επέστρεψαν στις ακτές.
Το πιό πάνω ερμηνευτικό σχήμα αγνοεί ότι συγκροτήσεις πόλεων και οικισμών στις ακτές εντοπίζονται ήδη από τον 10ο αιώνα και ότι την εποχή της μέγιστης έντασης του ναυτικού πολέμου και της πειρατείας τον 15° και τον 16° αιώνα, το παράλιο δίκτυο στο σύνολο του, ήταν πλέον ολοκληρωμένο ως προς τις χωροθετήσεις και τη γεωγραφική κατανομή του.
Οι τρεις μεγαλύτερες πόλεις του νησιωτικού ελληνικού χώρου κτίστηκαν δίπλα στη θάλασσα, στις σημερινές θέσεις τους, πριν από μία χιλιετία. Η πόλη της Κέρκυρας πλησίασε την ακτή πριν από τον 10ο αιώνα, ο Χάνδακας, το σημερινό Ηράκλειο, έγινε πόλη-λιμάνι την τέταρτη δεκαετία του 9ου αιώναv και η πόλη της Χίου ήταν ήδη παράκτια πολύ πριν από τη γενοβέζικη κατάκτηση του 1261. Οι μικρότερες πόλεις και οι δεκάδες οικισμοί είχαν ανάλογη πορεία. Στη Λευκάδα, στη Ζάκυνθο, στα άλλα δύο λιμάνια της Κρήτης, τα Χανιά και το Ρέθυμνο, στη Ρόδο, στην Κω, στη Νάξο, στην Πάρο, στη Σίφνο, στην Άνδρο, στη Μύκονο, στη Σκιάθο, στη Μυτιλήνη, στη Χαλκίδα, και σε πολλές άλλες περιπτώσεις οι παράλιες αστικές συγκροτήσεις δημιουργήθηκαν και αναπτύχθηκαν κατά τη διάρκεια της εποχής των ναυτικών πολέμων που ακολούθησε τη Δ’ Σταυροφορία.
Η διερεύνηση αυτής της πραγματικότητας οδηγεί σε συμπεράσματα ιδιαίτερα ενδιαφέροντα. Κατ’ αρχήν οι παλαιοί οικισμοί των μέσων βυζαντινών χρόνων καταστράφηκαν από επιθέσεις ή συχνότερα, γιατί δεν μπόρεσαν να ανταγωνιστούν τις νέες συνθήκες που δημιούργησε η κινητικότητα στη θάλασσα, μετά τις Σταυροφορίες. Οπότε ένα άλλο ανταγωνιστικό κέντρο στο ίδιο νησί, κτισμένο δίπλα στη θάλασσα, πήρε τη θέση τους.

Αρκετά νωρίς, περί τον 10ο αιώνα, εμφανίστηκε ο νέος πολεοδομικός τύπος του παράλιου οχυρού. Η βυζαντινή Κορυφώ – η Κέρκυρα και ο αραβικός Χάνδακας – το Ηράκλειο, φαίνεται ότι υπήρξαν οι πρώτες, τέτοιου τύπου πόλεις, στον νησιωτικό χώρο. Αστικές συγκροτήσεις που ακολούθησαν σε όλα σχεδόν τα νησιά, κάθε μεγέθους, από οικισμούς της τάξης των πεντακοσίων ή χιλίων κατοίκων έως πόλεις της τάξης των δέκα ή είκοσι χιλιάδων κατοίκων εντάσσονται σε αυτή την κατηγορία. Και αυτές ακολούθησαν στην πλειοψηφία τους, ένα ανάλογο, λιγότερο οργανωμένο οχυρό μοντέλο.Η ανάπτυξη τους και η κάθοδος στις ακτές συμπίπτει με την υποχώρηση της βυζαντινής κυριαρχίας. Από τον 13ο αιώνα, η παράλια οικιστική άνθηση επεκτάθηκε σε όλη την έκταση του Αιγαίου και του Ιονίου. Δημιουργήθηκαν νέες πόλεις δίπλα στη θάλασσα ή επανοικήθηκαν θέσεις που είχαν εγκαταλειφθεί κατά την ύστερη Αρχαιότητα. Σε αρκετές περιπτώσεις, οι συγκεκριμένες πολεοδομικές συγκροτήσεις έχουν ζωή που η διάρκεια της εκπλήσσει, αν συνυπολογισθούν, οι θυελλώδεις γεωπολιτικές συνθήκες που επικρατούσαν στη ανατολική Μεσόγειο. Πρόκειται για πόλεις που λειτουργούσαν ως εμπορικά, βιοτεχνικά και διοικητικά κέντρα. Κτίστηκαν για να στεγάσουν πρωτίστως την τοπική αριστοκρατία, την αριστοκρατία των λατίνων εποίκων, τις φρουρές, και δευτερευόντως τους κατοίκους των νησιών. Όλες ήσαν λιμάνια. Αν αναστρέψουμε τη διαπίστωση, δεν θα συναντήσουμε συγκροτημένο τέτοιο κέντρο, πουθενά στον νησιωτικό χώρο που δεν είναι λιμάνι. Είναι οι πόλεις, που παρά την αστάθεια και τους πολέμους δεν έπαψαν ποτέ να κατοικούνται μετά τον Μεσαίωνα και διαρκώς να αναπτύσσονται δίπλα στην ακτή.
Είναι επίσης αλήθεια, αντίθετα με ότι πιστεύαμε, ότι ο αριθμός των επιθέσεων και των πολιορκιών που δέχθηκαν αυτές οι πόλεις, μετά τον 13° αιώνα, είναι μικρός, συγκρινόμενος με το μεγάλο βάθος χρόνου της ύπαρξης τους. Τα πολεμικά γεγονότα κατά των νησιωτικών πόλεων, πυκνώνουν στη διάρκεια συγκεκριμένων περιόδων μεγάλων αλλαγών, Τέτοιες είναι η Δ’ Σταυροφορία, η άλωση της Κωνσταντινούπολης, η κατάλυση του Δουκάτου του Αιγαίου, η εκδίωξη των Ιωαννιτών από τα Δωδεκάνησα και οι βενετοτουρκικοί πόλεμοι. Αριθμητικά, αυτό σημαίνει, ότι οι πόλεις, στις συγκεκριμένες περιόδους εντάσεων, δέχθηκαν σημαντικές επιθέσεις, μία ή δύο φορές κατά τη διάρκεια το κάθε αιώνα, ενώ στις περιόδους ύφεσης δεν δέχθηκαν καμία. Είναι πιθανόν, οι νησιωτικές πόλεις να μη ζούσαν σε μία διαρκή ανασφάλεια, όπως πολλές φορές νομίζουμε. Μπορούμε να το αντιληφθούμε, συγκρίνοντας, τα μεγέθη. Η κατάσταση ως προς τις επιθέσεις, δεν διαφέρει από την εμπειρία των ευρωπαϊκών πόλεων του 20ου αιώνα. Σε αντίθεση μάλιστα με τη σύγχρονη Ευρώπη, στα νησιά υπήρξαν αρκετές συνεχόμενες γενιές που δεν βίωσαν άμεσα, την επίθεση ή την κατάληψη από εχθρικό στρατό. Γι’ αυτό η οχύρωση των πόλεων ή των οικισμών τους δεν δικαιολογείται εύκολα ως μέτρο κατά ενός άμεσου κινδύνου, ενόψει μίας επικείμενης πολιορκίας ή λεηλασίας. Μπορεί να ερμηνευθεί μόνο ως δομικό στοιχείο της οικονομικής και κοινωνικής ταυτότητας των πόλεων. Τόσο στον δυτικό κόσμο της Μεσογείου όσο και στον μουσουλμανικό, ή πλήρως αναπτυγμένη πόλη ταυτιζόταν με την οχυρωμένη πόλη.
Ο νησιωτικός χώρος δεν διαφέρει από τον χώρο των ηπειρωτικών ακτών ή της ενδοχώρας ως προς αυτό. Για να ερμηνεύσουμε το οχυρό μοντέλο των πόλεων, την αμυντική δομή των οικισμών πρέπει να ανακαλύψουμε ποιός κινδύνευε από τι. Η πειρατεία ήταν απλωμένη παντού. Στον χώρο της Μεσογείου υπήρξε “ενδημικό” φαινόμενο από την αρχαιότητα έως τον μέσο 19ο αιώνα. Πολλές φορές συμμετείχαν πληθυσμιακές ομάδες οι οποίες δρούσαν και ενέδρευαν στις ίδιες τις περιοχές τους. Από τον 16ο αιώνα, οι επίσημοι πειρατές των πόλεων-λιμανιών, οι “κουρσάροι”, συμπληρώθηκαν από τους ντόπιους πειρατές των νησιών οι οποίοι αναζητούσαν την έξοδο από τη φτώχεια. Τον 18ο αιώνα εμπλέκονταν πλέον στην πειρατεία, Υδραίοι, Μηλιοί, Μυκονιάτες, Ψαριανοί, Μανιάτες. Τότε το φαινόμενο μοιάζει καθαρά, περισσότερο ως εσωτερική υπόθεση ανακατανομής του πλούτου και λιγότερο ως έξωθεν επίθεση κατά των νησιωτικών κοινοτήτων.
Η γεωγραφική απόκρυψη ενός οικισμού τον καθιστά αόρατο, για όποιον δεν τον γνωρίζει. Η απομάκρυνση και το δύσβατο έδαφος εξασφαλίζουν τους κατοίκους του από τον αιφνιδιασμό. Όμως, οι καπετάνιοι των πλοίων που διέσχιζαν τη Μεσόγειο γνώριζαν πολύ καλά τα νησιά.


Τα μεγάλα πλοία εμπορικά ή στρατιωτικά, τουλάχιστον κατά τους τελευταίους αιώνες, διέθεταν βοηθήματα, στην αρχή χειρόγραφα, αργότερα τυπωμένα, που χαρτογραφούσαν ή περιέγραφαν τα νησιά, τις οχυρώσεις, τα χωριά, τις ακτές, τις πειρατικές ενέδρες, τα λιμάνια, τους ασφαλείς όρμους, τις συνήθειες των κατοίκων. Οι πλοηγοί ανέβαιναν στα πλοία μόλις αυτά έμπαιναν στο Αιγαίο. Οι ναυτικοί, συχνά ήσαν νησιώτες οι οποίοι επίσης γνώριζαν καλά τους τόπους τους.
Τα μικρότερα πλοία, εμπορικά ή πειρατικά, ταξίδευαν στη θάλασσα διαρκώς και για πολύ μεγάλες χρονικές περιόδους. Ξεχειμώνιαζαν στα νησιά, έστηναν επί μήνες ενέδρες σε συγκεκριμένες περιοχές, επισκέπτονταν λιμάνια για να πουλήσουν το νόμιμο ή παράνομο εμπόρευμα. Οι γεωγραφικές πληροφορίες, αλλά και τα στοιχεία για την ταυτότητα του χώρου, τον πλούτο ή τη φτώχεια, κυκλοφορούσαν από τη μία άκρη της Μεσογείου στην άλλη.
Σε εκείνες τις εποχές ο χρόνος κυλούσε αργά, τα πλοία ταξίδευαν επίσης αργά. Ένας καπετάνιος από το τιμόνι ενός κωπήλατου, ή ενός ιστιοφόρου, παραπλέοντας τις ακτές των νησιών, με ταχύτητα που δύσκολα ξεπερνούσε τους πέντε κόμβους, είχε τη δυνατότητα να ερευνά επί ώρες το νησιώτικο τοπίο. Χρειαζόταν τρεις ώρες για να προσπεράσει ένα μικρό νησί όπως η Σύρος ή η Σέριφος, μία μέρα για να περάσει την Κέρκυρα, την Κεφαλονιά ή τη Χίο, τρεις-τέσσερις μέρες για την Κρήτη ή την Εύβοια. Ένας οικισμός είχε κτίρια, καπνό που ανέβαινε από τις εστίες χειμώνα-καλοκαίρι, μονοπάτια που οδηγούσαν σε αυτόν, καλλιεργημένες εκτάσεις με στάρια, αμπέλια, ελιές, κοπάδια, μαντριά, πεζούλες, ανθρώπους που κινούνταν. Είχε αλώνια και ανεμόμυλους, ταρσανάδες, αγκυροβόλια, ψαρόβαρκες.Όλα τα πιο πάνω, ήσαν σημάδια ανεξίτηλα της αγροτικής νησιώτικης καθημερινότητας. Χάραζαν το τοπίο και δεν κρύβονταν, από την πολύωρη παρατήρηση των ναυτικών. Ήσαν σημάδια αποκάλυψης της ανθρώπινης παρουσίας. Καθοδηγούσαν το βλέμμα προς τα οικιστικά πυκνώματα και την κατοίκηση. Όσο για τα σημάδια των μεγάλων αστικών συγκεντρώσεων και των λιμανιών, αποτελούσαν τα μόνιμα, πασίγνωστά στους ανθρώπους της θάλασσας, σημεία αναφοράς του ταξιδιού στη Μεσόγειο.
Ένα πλοίο που έπλεε με τις ταχύτητες που αναφέρθηκαν, προς την ακτή ενός οικισμού, ήταν ορατό από μεγάλη απόσταση πριν την προσόρμιση. Στο Αιγαίο λόγω των ανέμων, η ορατότητα σπάνια είναι μικρότερη από την απόσταση πλεύσης μίας ώρας με πανιά ή με κουπιά. Στο Ιόνιο λόγω της άπνοιας λιγότερο. Στις συνηθισμένες συνθήκες από τον Μάρτιο, έως τον Οκτώβριο, τους μήνες δηλαδή που τα πλοία ταξίδευαν πριν τον 19ο αιώνα, η ορατότητα αυξάνει στα δώδεκα ναυτικά μίλια και από τα υψώματα πολλές φορές στα είκοσι. Οι νησιώτες λοιπόν μπορούσαν να διακρίνουν τα πλοία από μία στιγμή, δύο έως πέντε ώρες περίπου, προτού αυτά φθάσουν στις ακτές τους. Πλησιάζοντας τη νησιώτικη ακτή ένα ιστιοφόρο, ακολουθούσε τη χρονοβόρα διαδικασία της προσόρμισης, της αγκυροβόλησης και της απόβασης με βάρκες στη στεριά. Ένα κωπήλατο ήταν υποχρεωμένο να αναζητήσει αμμώδη βυθό και ακτή για να πλησιάσει. Ένα ιστιοφόρο να αγκυροβολήσει και να κατεβάσει βάρκες. Ο ελάχιστος χρόνος για αυτούς τους ελιγμούς ξεπερνάει τη μία ώρα. Με τέτοιους χρόνους, ακόμη και για έναν οικισμό που αγγίζει τη θάλασσα δεν υπάρχει δυνατότητα αιφνιδιασμού του, τουλάχιστον κατά τη διάρκεια της ημέρας. Ο αιφνιδιασμός μπορούσε να γίνει κατά τη διάρκεια της νύχτας, αλλά και τότε πρέπει να λάβουμε υπ’ όψη ότι οι οικισμοί εκτός από οχυρώσεις είχαν και πύλες, και οι πύλες έκλειναν με τη δύση του ήλιου, ακολουθώντας μία αστική συνήθεια πιο εκτεταμένη από τον χώρο των νησιών και αρχαιότερη από τις εποχές στις οποίες αναφερόμαστε.
Αλλάζοντας κλίμακα, και αναζητώντας τι σήμαινε για έναν οικισμό, ή μία πόλη η επίθεση όχι από ένα πλοίο, αλλά από έναν στόλο, τότε θα δούμε ότι επρόκειτο για μία εξαιρετικά αργή διαδικασία. Η έξοδος των στόλων από την Κωνσταντινούπολη, ή τη Βενετία προς τα νησιά, ήταν γνωστή από πολλούς μήνες πριν. Η μεγάλης κλίμακας ναυπήγηση πλοίων και η μαζική στρατολόγηση πληρωμάτων προκαλούσε τη διάδοση των πληροφοριών για επικείμενη έξοδο.Η αργή μετακίνηση τους, έδινε τη δυνατότητα στα αυτόνομα πλοία που έπλεαν στην ίδια κατεύθυνση να μεταφέρουν την είδηση του κατάπλου ή της επίθεσης, από μέρες νωρίτερα στα λιμάνια των νησιών. Αν εμπιστευθούμε τον χρονικογράφο των δύο πολιορκιών της Ρόδου, του 1480 και του 1522, οι προετοιμασίες ήσαν γνωστές από δύο χρόνια νωρίτερα. Η επίθεση του 1522, ανακοινώθηκε στους Ιωαννίτες από τον σουλτάνο με τελεσίγραφο έναν μήνα πριν πραγματοποιηθεί. Η εμπροσθοφυλακή του οθωμανικού στόλου, έγινε αντιληπτή από τους Ροδίτες στις 24 Ιουνίου, τρεις ημέρες πριν τα εχθρικά πλοία αγκυροβολήσουν στην ακτή τους. Η πόλη κατελήφθη εντέλει έξι μήνες αργότερα, στις 25 Δεκεμβρίου του 1522. Οι ρυθμοί και οι χρόνοι ήσαν οι ίδιοι, στον Χάνδακα το 961, στη Νάξο το 1207, στη κάθοδο του Μπαρμπαρόσα το 1537.
Η μόνη επιλογή για μία κοινότητα που ήθελε να είναι αόρατη από τη θάλασσα, ήταν να κρυφτεί μαζί με τα κτίρια της, τα ζώα της, την αγροτική γη και τους ανθρώπους της, σε οροπέδια ή κοιλάδες που καμία πτυχή τους δεν ήταν ορατή από τη θάλασσα, να κρύψει επίσης ή να εγκαταλείψει κάθε παράκτια δραστηριότητα. Αρκετές νησιωτικές κοινότητες ακολούθησαν αυτή την επιλογή κατά τον βυζαντινό Μεσαίωνα. Όμως, μόνο ένας μικρός αριθμός από αυτή την κατηγορία οικισμών, διατήρησε τη θέση και τη μορφή του κατά τους νεώτερους χρόνους. Οι Χώρες της Φολεγάνδρου και της Σικίνου, η Όλυμπος της Καρπάθου, η Χώρα της Αλοννήσου, είναι τέτοιες περιπτώσεις.

Δεν συνέβη το ίδιο με τους αγροτικούς οικισμούς στις ενδοχώρες των μεγάλων νησιών. Εκείνοι οι οικισμοί λειτουργώντας ως δορυφόροι των μεγάλων πόλεων-λιμανιών, κτίστηκαν δίπλα στους τόπους καλλιέργειας, της μαστίχας, της ελιάς, του αμπελιού, στη Χίο, στην Κέρκυρα, στη Σάμο, στη Νάξο στην Κρήτη. Οι θέσεις τους, όπως και ο βασικός τους ρόλος του αγροτικού οικισμού δορυφόρου, δεν έχουν αλλάξει μέχρι σήμερα.
Τα “μαστιχοχώρια” της Χίου εντάσσονται σε αυτή την κατηγορία των αγροτικών οχυρών οικιστικών συγκροτήσεων. Οι οικισμοί της μαστίχας, κάθε άλλο παρά αποκομμένοι ήσαν από τον υπόλοιπο κόσμο της εποχής που αναπτύχθηκαν. Καλλιεργούσαν και συγκέντρωναν την πολύτιμη μαστίχα. Η ύπαρξη αυτού του πλούτου ήταν πασίγνωστη στη Μεσόγειο και η ομαλή παραγωγή αποτελούσε μέριμνα της κεντρικής διοίκησης του νησιού τόσο κατά τη γενοβέζικη όσο και κατά την οθωμανική περίοδο. Αποτελούσαν τμήμα ενός εκτεταμένου δικτύου το οποίο στο γεωγραφικό επίπεδο της Χίου ήταν ιδιαίτερα πλήρες και οργανωμένο. Στο κέντρο του δικτύου βρίσκεται το μεγάλο λιμάνι και η πόλη. Οι οικισμοί κάλυπταν την ενδοχώρα γιατί εκεί βρισκόταν η αγροτική παραγωγή. Στην ασταθή περίοδο πριν τον 16ο αιώνα ο παράκτιος χώρος του νησιού φυλασσόταν από τους πύργους εποπτείας, τις “βίγλες”. Στο νησί της Κρήτης, στα μέσα του 17ου αιώνα, σε μία ανάλογη ασταθή περίοδο, συνέβαινε το ίδιο. Και στις δύο περιπτώσεις δεν πρόκειται για τις απλές και πολλές φορές περιστασιακές “βίγλες” που συναντάμε σε άλλα νησιά. Πρόκειται για μία συστηματική στρατιωτική φύλαξη, των αγροτικών εκτάσεων και του πληθυσμού δύο πλούσιων προωθημένων εμπορικών αποικιών, της γενοβέζικης Χίου στη μία περίπτωση και της βενετσιάνικης Κρήτης στην άλλη, που βρίσκονται στο εσωτερικό μίας εχθρικής οθωμανικής θάλασσας. Και στις δύο περιπτώσεις το δίκτυο έπαψε να έχει ανάγκη ύπαρξης από τη στιγμή που τα δύο νησιά ενσωματώθηκαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, στα τέλη του 16ου και του 17ου αιώνα αντίστοιχα.
Η νησιωτική “διάσπαρτη πόλη”των δεκάδων λιμανιών του Αιγαίου και του Ιονίου, συγκροτήθηκε στους νεώτερους χρόνους. Ο μύθος της πειρατείας και της φυγής των νησιωτών στα βουνά είναι ένας γοητευτικός μύθος που ταιριάζει στην ιδέα της σκοτεινής θάλασσας και των φοβισμένων νησιωτικών κοινοτήτων. Αλλά δεν έχει σχέση με την πραγματικότητα. Οι κοινότητες των ανθρώπων βγήκαν από τον Μεσαίωνα κατεβαίνοντας στη θάλασσα, για να επικοινωνήσουν. Άρχισαν να ταξιδεύουν για να ξεφύγουν από την απομόνωση. Αξιοποίησαν τον ναυτικό πόλεμο και την πειρατεία. Ο κτισμένος χώρος τους, πήγε και άγγιξε με τα θεμέλια των ακραίων τοίχων του το νερό, επιχειρώντας να διαφεντέψει το απόλυτο σημείο της επαφής ανάμεσα στις υδάτινες και τις χερσαίες εκτάσεις, το λιμάνι. Έτσι κτίστηκαν οι δεκάδες θαλασσινοί οικισμοί και πόλεις στα τρία αυτά πελάγη της Ανατολικής Μεσογείου, το Ιόνιο, το Κρητικό και το Αιγαίο.

Νίκος Μπελαβίλας

Από το : Η Ελλάδα της θάλασσας, (επιμ. Σπ. Ασδραχάς, Αν. Τζαμτζής, Τζ. Χαρλαύτη), Μέλισσα, Αθήνα 2004.

* * *