H ιταλική προπολεμική κοινότητα της Κέρκυρας έχει τις ρίζες της στον 19° αιώνα, όταν έφτασαν στο νησί οι πρώτοι ψαράδες από την Απουλία και την Νάπολη, οι τελευταίοι με πείρα στη συλλογή του κοραλλιού. Τότε δημιουργήθηκε ένας αρχικός πυρήνας, ο οποίος ενισχύθηκε γρήγορα κατά τα χρόνια αμέσως μετά την δημιουργία του νεοσύστατου ιταλικού κράτους. Ήταν μια εποχή που ο ιταλικός νότος υπέφερε οικονομικά, με συνέπεια την δημιουργία ενός κύματος μετανάστευσης προς όλη την υδρόγειο. Ήταν αποκλειστικά οικονομικοί μετανάστες και αρκετοί, φοβούμενοι το άγνωστο, προτίμησαν έναν κοντινό προορισμό, σαν την Ελλάδα.

H αιτία του κύματος μετανάστευσης 10 εκατομμυρίων κατοίκων που έπληξε την Ιταλία στα τέλη του 19ου αιώνα και ειδικά το Βένετο και τον γεωργικό Νότο, οφείλεται στην ατυχή προστατευτική πολιτική που εφαρμόστηκε το 1887 στα πλαίσια μιας προσπάθειας διαφύλαξης των συμφερόντων της βιομηχανίας, θέτοντας υπερβολικούς δασμούς στα προϊόντα που δεν χρησιμοποιούνταν από τη βιομηχανία. Αυτό τιμώρησε την γεωργία γιατί δεν λήφθηκαν υπόψη  τα αντίποινα των ξένων αγορών. Έτσι, πολυάριθμοι καλλιεργητές στην Νότια Ιταλία αναγκάστηκαν να διακόψουν την παραγωγή, συμβάλλοντας στην αύξηση της μετανάστευσης.

Ιταλοί μετανάστες περιμένουν να περάσουν από έλεγχο. Νέα Υόρκη, 1896

Ιταλοί μετανάστες περιμένουν να περάσουν από έλεγχο. Νέα Υόρκη, 1896

Κύματα προσφύγων

Αυτό το κύμα μετανάστευσης δεν θα πρέπει να συγχυστεί με προγενέστερες ροές Ιταλών προς την Ελλάδα και τα Επτάνησα, όπως αυτή της δεύτερης δεκαετίας του 19ου αιώνα η οποία είχε φιλελληνικό χαρακτήρα – και αφορούσε περισσότερο αριστοκράτες – και αυτή της δεκαετίας του 1830 που οφείλονταν στη φυγή πολιτικών προσφύγων. Τότε έφτασαν στην Κέρκυρα 80 περίπου Ιταλοί, οι περισσότεροι από τους οποίους επέστρεψαν στην πατρίδα τους ύστερα από απονομή χάριτος. Στην Κέρκυρα θα βρουν ευνοϊκές συνθήκες λόγω της γειτνίασης με την Ιταλία αλλά και λόγω της ιδιόμορφης πολιτιστικής ταυτότητας του νησιού (η ιταλική ήταν ακόμα η επίσημη γλώσσα).

Μια τελευταία φυγή από την Ιταλία προς τα Επτάνησα – πάντα πολιτικού χαρακτήρα – θα σημειωθεί κατά το 1848/49, στα πλαίσια των επαναστατικών ευρωπαϊκών κινημάτων, γνωστά σαν «Άνοιξη των λαών». Οι βρετανικές αρχές των Επτανήσων θα χαρακτηρίσουν αυτούς τους Ιταλούς πολιτικούς πρόσφυγες με τον γενικό όρο «αναρχικοί» και δεν θα τους δουν με καθόλου καλό μάτι, φοβούμενοι μετάδοση επαναστατικών ιδεών στα Επτάνησα. Τότε θα φτάσουν στα νησιά του Ιονίου περίπου 1.000 Ιταλοί και οφείλουμε να πούμε πως οι κάτοικοι τους υποδέχτηκαν αδελφικά. Πολλοί από αυτούς δεν διέθεταν τις απαραίτητες εγγυήσεις για την παραμονή που απαιτούσαν οι βρετανικές Αρχές και αναγκάστηκαν να καταφύγουν στο βασίλειο της Ελλάδας, με κυριότερους προορισμούς την Πάτρα και την Ερμούπολη. Στην Πάτρα θα καταφύγουν και οι πρόσφυγες που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την Κεφαλλονιά μετά την εξέγερση της Σκάλας. Τότε θα δημιουργηθεί o πυρήνας της ιταλικής κοινότητας της Πάτρας που θα επιζήσει μέχρι το τέλος του Β’ Π.Π. Οι περισσότεροι θα επιστρέψουν στην πατρίδα τους γύρω στο 1860, μαζί με κάποιες εκατοντάδες Έλληνες που πήγαν στην Ιταλία για να πολεμήσουν στις τάξεις του Γαριβάλδη.

Η Ιταλική Σχολή (A’ Γυμνάσιο) κατά τον Μεσοπόλεμο [Συλλογή Σπύρου Γαούτση]

Η κοινότητα της Κέρκυρας

Η ιταλική κοινότητα της Κέρκυρας απαρτίζονταν στην συντριπτική της πλειοψηφία από μετανάστες από την κοντινή Απουλία και για κάποια διαβολική σύμπτωση, όπως θα δούμε, η Απουλία θα είναι και ο τόπος του επαναπατρισμού τους. Στα χρόνια του Μεσοπολέμου υπήρχαν οικογένειες και από την Νάπολη, ενώ ήταν λιγοστές εκείνες που προέρχονταν από την Βενετία και την επαρχία της, τόπος που συνδέονταν ιστορικά με την Κέρκυρα.  Αυτές οι τελευταίες δεν ξεπερνούσαν τις 50.

Χαρακτηριστικό της κοινότητας ήταν πως δεν αφομοιώθηκε ποτέ, όπως αντίθετα είχε συμβεί σε άλλες περιπτώσεις, και αυτό μάλλον οφείλεται στο λιγοστό χρόνο που μεσολάβησε ανάμεσα στις πρώτες αφίξεις και την εκδίωξή τους. Επίσης, οι δεσμοί με τους συγγενείς στην Ιταλία και φυσικά η ισχυρή θέληση της φασιστικής Ιταλίας που υπεράσπιζε, βοηθούσε και τόνιζε την εθνικής τους ταυτότητα, κάθε άλλο παρά βοήθησαν. Οφείλουμε βέβαια να πούμε πως ήξεραν να μιλούν ελληνικά, πως υπήρχαν μεικτές οικογένειες και πως είχε επιτευχθεί μια αφομοίωση στον κοινωνικό και επαγγελματικό ιστό της πόλης. Οι «Ιταλοί» δεν κατοικούσαν σε ξεχωριστή συνοικία όπως οι Εβραίοι αλλά ήταν διάσπαρτοι σε όλη τη πόλη. Είχαν ιταλικά έγγραφα και για να παραμείνουν στην Ελλάδα έπρεπε να ανανεώνουν την άδεια παραμονής από τις Αρχές. Επαγγελματικά ασχολούνταν με την αλιεία και την καλλιέργεια (συνήθως διέθεταν καλλιέργειες λίγο έξω από τα τείχη), ενώ πολλοί ήταν και τεχνίτες με μαγαζιά.

Οι νέοι σπούδαζαν στην Ιταλική Εμπορική Επαγγελματική Σχολή (Α’ Γυμνάσιο), ιταλική ιδιοκτησία από το 1922, από την οποία μπορούσαν να αποφοιτήσουν με το δίπλωμα του λογιστή. Η Σχολή αυτή, πρώην «μέγαρο Σκαραμαγκά» είχε αγοραστεί έναντι 2 εκατ. δραχμών από την ιταλική εταιρεία «Αδελφοί Χριστιανοί» (Fratelli Cristiani), για την οποία οι Αρχές είχαν την υποψία πως εκτελούσε προπαγανδιστικό ρόλο και στο εσωτερικό της δίδασκαν μοναχοί. Η Σχολή γέννησε πολλές ανησυχίες στις τοπικές αρχές γιατί δέχονταν και παιδιά Ελλήνων απόρων, παρέχοντάς τους δωρεαν εκπαίδευση και δωρεάν γραφικό υλικό.
Υπήρχε επίσης Ιταλικό Σχολείο Αρρένων και Θηλέων, Ιταλική καλλιτεχνική Σχολή και Νυχτερινή Σχολή.

 Αν και οι δύο κοινότητες ζούσαν αρμονικά, δεν θα λείψουν προστριβές και εχθρικά βλέμματα εξαιτίας των γεγονότων του 1923 και της κατάληψης του 1941. [Σε αυτές τις δύο περιπτώσεις θα δούμε σε φωτογραφικά αρχεία και ντοκυμαντέρ της εποχής μέλη της παροικίας να  υποδέχονται θερμά τα ιταλικά στρατεύματα που αποβιβάζονται στην Κέρκυρα].

Αντίθετα απ’ ότι συνέβηκε στην Πάτρα, η ιταλική κοινότητα της Κέρκυρας από τον Μεσοπόλεμο και μετά αυξήθηκε, έστω και μετρημένα. Στην απογραφή του 1928 υπήρχαν στην Κέρκυρα 1.300 Ιταλοί υπήκοοι ενώ κατά τον Β’ Π.Π. θα φτάσουν τους 1.500, δηλαδή αποτελούσαν το 4% περίπου του πληθυσμού της πόλης.

Ο Παρίνι σε σημείωσή του της 27ης Απριλίου 1942 κάνει λόγο για περίπου 1200 άτομα, τα περισσότερα τσαγκάρηδες, κουρείς, ράφτες, βυρσοδέψες, ψαράδες, σιδηρουργοί, μηχανικοί και εργάτες.

«La Stampa», 29/7/1929: Μεγάλη συγκέντρωση στη Ρώμη της Φασιστικής Νεολαίας Εξωτερικού. Οι νεαροί φασίστες από την Κέρκυρα υπήχθηκαν στην 2η εκατονταερχία της 2ης κοόρτης της λεγεώνας «Legione Romana», μαζί με τους νεολαίους από την Αθήνα και την Πάτρα. Γενικός Διοικητής ήταν ο γνωστός μας Piero Parini.

«La Stampa», 29/7/1929: Μεγάλη συγκέντρωση στη Ρώμη της Φασιστικής Νεολαίας Εξωτερικού. Οι νεαροί φασίστες από την Κέρκυρα υπήχθηκαν στην 2η εκατονταερχία της 2ης κοόρτης της λεγεώνας «Legione Romana», μαζί με τους νεολαίους από την Αθήνα και την Πάτρα. Γενικός Διοικητής ήταν ο γνωστός μας Piero Parini.

1936. «Αδελφικό αγκάλιασμα μεταξύ μελών Φασιστικής Νεολαίας του στρατοπέδου «DUX» και μελών Φασιστικής Νεολαίας Εξωτερικού του στρατοπέδου «Μουσολίνι», κοντά στη Ρώμη».

1936. «Αδελφικό αγκάλιασμα μεταξύ μελών Φασιστικής Νεολαίας του στρατοπέδου «DUX» και μελών Φασιστικής Νεολαίας Εξωτερικού του στρατοπέδου «Μουσολίνι», κοντά στη Ρώμη».

Στα δίχτυα της φασιστικής προπαγάνδας

Μάιος 1936

Μάιος 1936

Στον απόηχο προηγούμενων αποφάσεων του ιταλικού κράτους που ανάγονται στην κυβέρνηση του Francesco Crispi (φροντίδα προς τους Ιταλούς του εξωτερικού, ίδρυση ιταλικών σχολείων εκτός των συνόρων κλπ), η φασιστική Ιταλία θα σφίξει στην εθνικιστική ασφυκτική μέγγενη τους  Ιταλούς της Ελλάδας. Η αποστολή ανατέθηκε και εκτελέστηκε επιμελώς από την Ιταλική Φασιστική Ένωση Εξωτερικού (Fasci Italiani all’estero)  αλλά και άλλους φορείς, όπως  τη Γενική Διεύθυνση της Iταλικής Eργασίας Εξωτερικού (Direzione generale del lavoro italiano all’estero) την Διεύθυνση Σχολείων Εξωτερικού (Direzione delle Scuole all’estero), το Ίδρυμα Υιών του Littorio (Fondazione dei Figli del Littorio), την Ιταλική Νεολαία του Littorio Εξωτερικού (Gioventù Italiana del Littorio all’Estero – GILE).

Όλοι αυτοί οι φορείς, με τους προπαγανδιστικούς τόνους του καθεστώτος, υψώθηκαν σαν ύστατοι προμαχώνες για την υπεράσπιση της «ιταλικότητας», προωθώντας όχι μόνο διαλέξεις και συζητήσεις με ομιλητές αποδεδειγμένων φασιστικών πεποιθήσεων που υπόσχονταν να βοηθήσουν πνευματικά και ηθικά τους Ιταλούς, αλλά και υποστηρίζοντας μια σειρά από δραστηριότητες, όπως, για παράδειγμα, την δημοσίευση περιοδικών και την ευθυγράμμιση με τη μεταρρύθμιση Gentile των προγραμμάτων που εκτελούνταν στα ιταλικά σχολεία. Οι μαθητές των σχολείων ήδη από το 1927 αποστέλλονται τους καλοκαιρινούς μήνες σε κατασκηνώσεις στην Ιταλία. Οι έφηβοι επίσης αποστέλλονται στις παραστρατιωτικές κατασκηνώσεις DUX της φασιστικής νεολαίας σε διάφορα σημεία της Ιταλίας, όπου αδελφοποιούνται με την φασιστική νεολαία της Ιταλίας.

Ιδρύθηκε τμήμα της γνωστής ιταλικής εταιρείας Dante Alighieri για την εκμάθηση της ιταλικής γλώσσας, ιδρύθηκε η λεγόμενη «Ιταλική Αδελφότης» (Fratellanza Italiana) με σκοπό την σύσφιξη των δεσμών με την «πατρίδα». Όπως είπαμε, ακρως ανησυχητικό στοιχείο για τις Αρχές ήταν η δυνατότητα που δίνονταν σε άπορα παιδιά Ελλήνων, αλλά και Αλβανών, να φοιτούν δωρεάν σε ιταλικά σχολεία.

Οι ελληνικές Αρχές, αν και αναγνώριζαν πως δεν υπήρχε συστηματική ιταλική προπαγάνδα, σημείωναν το 1930 πως ο καθολικός επίσκοπος Πρίντεζης «έχει ιταλικωτάτην την ψυχήν, πάσα δε πράξις του τείνει εις την εξάπλωσιν της ιταλικής ιδέας εν Κερκύρα». Την ίδια εποχή, ο Νομάρχης Κερκύρας έγραφε πως η πολιτική που θα έπρεπε να ακολουθηθεί για να να εξουδετερωθούν οι ιταλικές πρωτοβουλίες στο νησί, ήταν η επιδίωξη εξελληνισμού των Μαλτέζων, η διαίρεση των καθολικών ώστε να μην υπακούουν όλοι στον Ιταλό επίσκοπο, η προστασία των Εβραίων ώστε να μην στέλνουν τα παιδιά τους στην Ιταλική Σχολή και να μην δέχονται το εβδομαδιαίο βοήθημα που διανέμονταν από την καθολική επισκοπή, η παροχή δωρεάν βασικής εκπαίδευσης στα παιδιά άπαντων των Κερκυραίων ώστε να μην μπαίνουν στον πειρασμό να φοιτήσουν σε ξένα σχολεία. Προτείνει δε τη σύσταση «μυστικού ομίλου αρμοδίων προσώπων κατά προτίμησιν εφέδρων αξιωματικών» με σκοπό να αντιτείνει αντενέργειες ενάντια στην ιταλική προπαγανδιστική δραστηριότητα. Πάντα το 1930, η κυβέρνηση Βενιζέλου θα απαγορεύσει σε εθνικό επίπεδο την «φοίτησιν Ελληνοπαίδων εις ξένας σχολάς».

Η φασιστική προπαγάνδα κατάφερε να εισχωρήσει βαθιά στην ιταλική κοινότητα της Κέρκυρας, ένα μεγάλο μέρος της οποίας αισθάνεται πλέον προστατευμένο από την «αγαπημένη πατρίδα». Ο μηχανισμός της προπαγάνδας πέτυχε τους στόχους του, όπως φαίνεται από στοιχεία που αφορούν το 1937, όταν στην Κέρκυρα υπάρχουν 356 μέλη γραμμένα στο Κόμμα και 306 νεολαίοι στην Ιταλική Νεολαία του Littorio Εξωτερικού (GILE). Ένα ποσοστό αρκετά υψηλό, περίπου το μισό της ιταλικής κοινότητας αλλά και ίσως ακόμα πιο υψηλό, αν θεωρήσουμε πως στα 1.300 άτομα της κοινότητας συμπεριλαμβάνονταν ηλικιωμένοι, γυναίκες και παιδιά.

Κατά πόσο όμως ήταν πραγματικά φασίστες, είναι άλλο θέμα. Είναι σίγουρο πως στην Κέρκυρα υπήρχε ένας οργανωμένος πυρήνας του φασιστικού κόμματος αλλά ήταν και εποχές που η μη εγγραφή στο Κόμμα είχε σαν συνέπεια τον επαγγελματικό/κοινωνικό αποκλεισμό και την καχυποψία, εποχές που η κατοχή μιας ταυτότητας του Κόμματος ήταν σχεδόν «απαραίτητη» για πολλούς και διάφορους λόγους. Ο ίδιος ο Μουσολίνι, βλέποντας πως εξαιτίας του υπερβολικού ζήλου του Γ.Γ. του κόμματος Starace, οι ταυτότητες ανέρχονταν πλέον σε δεκάδες εκατομμύρια και δεν είχαν πλέον νόημα, για κάποια στιγμή σκέφτηκε να τις ακυρώσει και να τις εκδώσει μόνο για τους πραγματικούς φασίστες.

 

Ο στρατηγός Giovanni Messe (1883-1968) ανάμεσα σε πολίτες και στρατιωτικούς την άνοιξη του 1941, στην κιονοστοιχία των Ανακτόρων της πόλης

Πόλεμος

Με την κήρυξη του πολέμου το σύνολο της ιταλικής μειονότητας αντιμετωπίστηκε από τις αρχές ως de facto πέμπτη φάλαγγα. «Από της πρώτης ημέρας των εχθροπραξιών, η Αστυνομία της Κερκύρας προέβη εις την σύλληψιν και συγκέντρωσιν εντός του Παλαιού Φρουρίου απάντων τω Ιταλικής καταγωγής Κερκυραίων και άλλων υπόπτων ή επικινδύνων δια την εθνικήν ασφάλειαν ατόμων. Το έργον τούτο ήχθη εις πέρας εντός ελαχίστου χρόνου», μας πληροφορεί χαρακτηριστικά το λεύκωμα της Αστυνομίας Πόλεων του έτους 1961. Mε ίδιο ζήλο κινείται και η Χωροφυλακή: «Τα Σώματα Ασφαλείας εν περιπτώσει επιστρατεύσεως: […] επιφορτίζονται με την υποχρέωσιν της αυστηράς παρακολουθήσεως των εν τη ημετέρα χώρα εγκατεστημένων αλλοδαπών και μειονοτήτων».

Με την ιταλική κατάληψη της Κέρκυρας θα πράγματα θα αλλάξουν. Στις 23/8/1941 με λαμπρή εκδήλωση όπου παρίσταντο ο κυβερνήτης Παρίνι και όλη η στρατιωτική και πολιτική ηγεσία, θα ιδρυθεί η φασιστική οργάνωση Fascio «Costanzo Ciano», με αποστολή, τουλάχιστον στα χαρτιά, την πολιτική διείσδυση σε όλους τους τομείς δραστηριότητας του νησιού. Οι Ιταλοί πολίτες αντιμετωπίζονται πλέον σαν προνομιούχοι από τις ιταλικές αρχές, έχουν πρόσβαση στα τρόφιμα με δελτίο και δεν θα υποφέρουν τόσο πολύ την πείνα που αντιμετώπισε ο υπόλοιπος λαός του νησιού. Το αυλάκι που χωρίζει τις δύο κοινότητες είναι πλέον αγεφύρωτο.  Οι Ιταλοί θα μοιραστούν την πείνα και τις δυσκολίες μαζί με τον υπόλοιπο πληθυσμό κατά τους γερμανικούς βομβαρδισμούς και μετέπειτα κατοχή.

Απελευθέρωση – Εκδίωξη

Με την απελευθέρωση τίθεται αμέσως θέμα εκδίωξης των Ιταλών υπηκόων.  Μαρτυρίες Ιταλών αναφέρουν πως επιθυμία του ΕΔΕΣ, πεπεισμένος πως η παροικία δεν είχε χάσει τις φασιστικές της πεποιθήσεις και πως κατά την διάρκεια της γερμανικής κατοχής συνεργάζονταν με τον κατακτητή, ήταν να τους βάλει αμέσως σε καΐκια και να τους ξεφορτώσει στην Αλβανία. Η μεσολάβηση ενός μαλτέζου καθολικού κληρικού στις αγγλικές αρχές θα ματαιώσει αυτή την βίαιη απόφαση, αλλά η μοίρα τους είχε πλέον κριθεί. Εκ μέρος του πληθυσμού σημειώθηκαν κάποιοι προπηλακισμοί αλλά όχι σωματικές βιαιότητες.  Στις 13/10/44 πραγματοποιήθηκε «αυθόρμητο συλλαλητήριο» με αίτημα την εκδίωξή τους, με αποτέλεσμα τον εγκλεισμό τους την επόμενη μέρα στο Παλαιό Φρούριο. Η αστυνομία συνέλαβε όχι μόνο «τους Ιταλούς υπηκόους, οίτινες διέπραξαν εγκλήματα κατά του λαού» αλλά και «τα λοιπά μέλη της Ιταλικής παροικίας, προς πρόληψιν αυτοδικιών και αντεκδικήσεων εις βάρος των».

Οι περιουσίες των Ιταλών κατασχέθηκαν και τα σπίτια τους λεηλατήθηκαν.  Μερικοί από τους Ιταλούς, περίπου 200 άτομα, επαναπατρίστηκαν στην Ιταλία στις 16 Οκτωβρίου με αποβατικό σκάφος του ιταλικού Πολεμικού Ναυτικού. Η πλειοψηφία θα παραμείνει κρατούμενη μέχρι τις 7 Νοεμβρίου του 1944, όταν, ύστερα από εντολή των βρετανικών αρχών,  ένα νορβηγικό πλοίο που έφερε τη σημαία του Ερυθρού Σταυρού θα επιβιβάσει 661 άτομα (ως επί το πλείστον ηλικιωμένους, γυναίκες και παιδιά), συν άλλους 500 Ιταλούς στρατιώτες που είχαν γλυτώσει από τις γερμανικές εκκαθαρίσεις. Σύμφωνα με εκτιμήσεις της κυβέρνησης της Ρώμης, περίπου 900 Ιταλοί υπήκοοι εκκενώθηκαν από την Κέρκυρα, όπου παρέμειναν μόνο «μερικοί ηλικιωμένοι και ορισμένα άτομα που διακρίθηκαν για υπηρεσίες υπέρ της Ελλάδος»

Ένα κέντρο περίθαλψης UNRRA στην Santa Maria di Leuca, το νοτιότερο σημείο της Απουλίας. Εδώ βρήκαν καταφύγιο πολλοί Ιταλοί από την Κέρκυρα. Στην φωτογραφία Ιταλοί, Έλληνες και Γιουγκοσλάβοι πρόσφυγες περιμένουν στην ουρά για μαρμελάδα.

Ένα κέντρο περίθαλψης UNRRA στην Santa Maria di Leuca, το νοτιότερο σημείο της Απουλίας. Εδώ βρήκαν καταφύγιο πολλοί Ιταλοί από την Κέρκυρα. Στην φωτογραφία Ιταλοί, Έλληνες και Γιουγκοσλάβοι πρόσφυγες περιμένουν στην ουρά για μαρμελάδα.

Οδύσσεια

Μετά από ένα οχτάωρο ταξίδι οι πρόσφυγες θα φτάσουν στο Μπάρι της Απουλίας. Με μόνη περιουσία μια βαλίτζα, χωρίς χρήματα και περίθαλψη, θα βρεθούν σε μια περιοχή της Ιταλίας που ήδη από το 1943 δέχονταν μια συνεχή και ασταμάτητη ροή απελπισμένων που προσπαθούσαν να ξεφύγουν από τον πόλεμο: Εβραίοι διαφόρων εθνικοτήτων, Γιουγκοσλάβοι μαχητές του Τίτο ή πιστοί του βασιλέα Πέτρου, Αλβανοί, Έλληνες, Μαλτέζοι, Ιταλοί εκτοπισμένοι από την Δαλματία. Σε αυτούς θα προστεθεί ένα μεγάλο μέρος των πρώην κρατουμένων που απελευθερώθηκαν τις 8 Σεπτεμβρίου ’43 από τα φασιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης, μαζί με πρόσφυγες από την κεντρική Ιταλία που βρίσκονταν υπό γερμανική κατοχή. Δεν υπήρχε ιταλικό κράτος, υπηρεσίες κρατικής πρόνοιας, υγειονομικό.

Σε μια πρώτη φάση θα βρουν φιλοξενία και περίθαλψη χάρη στη λιτή βοήθεια της Τοπικής Αυτοδιοίκησης των διάφορων αστικών κέντρων -ουσιαστικά πρωτοβουλίες δημάρχων και κοινοταρχών – και στην συνέχεια στα κέντρα του Οργανισμού Περίθαλψης και Αποκατάστασης των Ηνωμένων Εθνών, γνωστά σαν κέντρα UNRRA. Τα κέντρα θα κλείσουν μετά την διάλυση του Οργανισμού το 1947 και τότε θα αρχίσει μια Οδύσσεια σε διάφορα Κέντρα Συλλογής ανά την Ιταλία που θα κρατήσει μέχρι…το 1956,  έως την οριστική εγκατάστασή τους από το ιταλικό κράτος σε συνοικίες διάφορων πόλεων της Ιταλίας. Δεν υπάρχουν στατιστικά που να αναφέρονται αποκλειστικά στους Ιταλούς της Κέρκυρας, καθώς αυτοί ταξινομήθηκαν στο εσωτερικό της ευρύτερης κατηγορίας «πρόσφυγες πρώην ιταλικών αποικιών», ή οποία περιλάμβανε τους πολυάριθμους πρόσφυγες από την Λιβύη.

Τα αμέσως μεταπολεμικά χρόνια οι Ιταλοί της Κέρκυρας έκαναν αιτήσεις για επιστροφή στο νησί αλλά ο ντόπιος λαός και η ελληνική κυβέρνηση στάθηκαν αντίθετοι. Εκτός από την αντιπάθεια που υπήρχε λόγω της συμπεριφοράς των Ιταλών κατά την Ιταλική κατοχή, ένα σημαντικό κοινωνικό πρόβλημα έκανε να γείρει η πλάστιγγα προς μια κατηγορηματική άρνηση: Μετά την εκδίωσή τους η ελληνική κυβέρνηση είχε επιτάξει τα σπίτια τους (όσα ήταν ιδιόκτητα) και είχε εγκαταστήσει τους βομβόπληκτους. Μια επιστροφή των οικιών στους Ιταλούς και η απομάκρυσνη των κερκυραίων αστέγων ήταν κάτι που η τοπική κοινωνία δεν θα επέτρεπε ποτέ.

* *

Ο γράφων είχε την ευκαιρία να συναντήσει κατά την δεκαετία του ’80 δύο οικογένειες Ιταλών της Κέρκυρας. Κάνει πραγματικά εντύπωση να ακούει κανείς κερκυραϊκά στην μακρινή από την Κέρκυρα Φλωρεντία, με έντονη προφορά όπως αυτή περασμένων καιρών. Κάνει εντύπωση επίσης ο δεσμός που υπάρχει ακόμα με το νησί, με τις αναμνήσεις των παιδικών χρόνων, με την επιθυμία να γυρίσουν έστω και για κάποιες μέρες στην Κέρκυρα, κατά τις καλοκαιρινές διακοπές. Πολλοί εκεί άφησαν φίλους, συγγενείς, συναισθήματα.

Η απόφαση της εκδίωξης ίσως σήμερα να φαίνεται σκληρή αλλά πρέπει να την τοποθετήσουμε στο ιστορικό πλαίσιο του Β’ Π.Π., όταν πολλές αξίες έχασαν εντελώς την σημασία τους, όταν η ωμή πραγματικότητα, η σκληράδα και η ευτελής τιμή της ανθρώπινης ζωής χαρακτήριζαν εκείνη την εποχή, όταν η συμπεριφορά και η επιλογή ενός στρατοπέδου έπαιξε καθοριστικό ρόλο. Αντίθετα, θα πρέπει να μας προβληματίζουν παρόμοιες προτάσεις που εκστομίζονται σήμερα, μια εποχή ειρήνης και ξέφρενης κατανάλωσης, εις βάρος απελπισμένων που προέρχονται από περιοχές-κολαστήρια, οι οποίες προωθούνται από οπαδούς ακραίων πολιτικών θέσεων.

Σπύρος Ιωνάς

 

Πηγές

  • Stathis Birtachas, “Solidarietà e scambi ideologico-culturali italo-ellenici in epoca risorgimentale: l’emigrazione politica italiana nelle Isole Ionie e in Grecia”, www.academia.edu
  • Ψηφιακό Αρχείο Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών και Μελετών «Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος»
  • «Τα 40 χρόνια της Αστυνομίας Πόλεων» (Λεύκωμα του περιοδικού «Αστυνομικά Χρονικά», Αθήναι 1961).
  • Απόστολος Δασκαλάκης, «Ιστορία Ελληνικής  Χωροφυλακής 1936-1950», Αθήναι 1973
  • G. Gatti, “Partire da lontano” in “La storia e le immagini del Campo profughi di Tortona” Tortona, 1996
  • V.A. Leuzzi e G. Esposito (a cura di), “Terra di frontiera. Profughi ed ex internati in Puglia. 1943-1954″, Bari,1998
  • G. Esposito, “Esuli in patria: il caso degli italo-greci in Puglia”, in G. Esposito, V. A. Leuzzi (a cura di), La Puglia dell’accoglienza. Profughi, rifugiati e rimpatriati nel Novecento, Progedit, Bari, 2005.
  • Ελευθεροτυπία, 25/10/2009
  • Ιστορικό αρχείο εφημερίδας «Corriere della Sera»
  • Archivio di Stato di Novara, συνεντεύξεις εκτοπισμένων.
  • Οδυσσέας-Κάρολος Κλήμης, «Ιστορία νήσου Κέρκυρας», Αθήνα 2002
  • wikipedia

 

* * *