«Η κηρυχθείσα και εν Κερκύρα εικοσιτετράωρος απεργία των εργατών, επαγγελματιών και ιδιωτικών υπαλλήλων εις ένδειξιν διαμαρτυρίας δια τας αιματηράς σκηνάς της Θεσσαλονίκης εστέφθη υπό άκρας επιτυχίας…» (Κερκυραϊκό Βήμα, φ. 17 Μάη 1936)

 

Κατά την περίοδο μετά το «κραχ» του 1929, το δημόσιο χρέος της Ελλάδας εκτοξεύεται στα ύψη και η  δραχμή εκτίθεται σε όργιο κερδοσκοπικών επιθέσεων. Στην προσπάθειά του να κατευνάσει τις ξένες αγορές και τους δανειστές, ο Βενιζέλος εφαρμόζει σκληρή λιτότητα, απολύει δημόσιους υπαλλήλους και εκποιεί τις υποδομές σε ξένες επιχειρήσεις. Ταυτόχρονα, αναλαμβάνει διπλωματική εκστρατεία προκειμένου να ζητήσει δάνεια από την Αγγλία, Γαλλία και Ιταλία, ενώ τελικά απευθύνεται στην Κοινωνία των Εθνών, η οποία του αρνείται ουσιαστική βοήθεια, αρκούμενη σε ευχολόγια.

 Παραμονές της κρίσης: Το «ιδιώνυμο» του Βενιζέλου

 Λίγους μήνες πριν ξεσπάσει η οικονομική κρίση του 1929 η κυβέρνηση Βενιζέλου, προκειμένου να ανακόψει τις απεργίες και τους εντεινόμενους εργατικούς αγώνες, ψηφίζει τον Ιούλη εκείνης της χρονιάς τον αντικομμουνιστικό νόμο «περί μέτρων ασφαλείας του κοινωνικού καθεστώτος» ο οποίος θα μείνει στην ιστορία με τον όρο «ιδιώνυμο». Η ψήφισή του ακολουθείται με ένταση φυλακίσεων, εκτοπίσεων, ξυλοδαρμών, τραυματισμών και δολοφονιών αγωνιστών.

Ο νόμος αυτός χαρακτηρίζει την κομμουνιστική δράση και ιδεολογία ως «ιδιώνυμο αδίκημα», έχει στόχο τις δημοκρατικές ελευθερίες και τα δικαιώματα του λαού και στρέφεται όχι μόνο ενάντια στο Κ.Κ.Ε. αλλά απαγορεύει επίσης τη δράση πολλών συνδικαλιστικών οργανώσεων.

Με την ψήφισή του αρχίζουν οι μαζικές διώξεις κομμουνιστών, τίθεται εκτός νόμου η Ενωτική Γ.Σ.Ε.Ε., η «Εργατική Βοήθεια Ελλάδας», ενώ μέχρι το Δεκέμβρη του 1932 δολοφονούνται 18 εργάτες, αγρότες και επαγγελματίες, τραυματίζονται 1335 άτομα και συλλαμβάνονται 1200.

 Στα αμέσως επόμενα χρόνια

 Στην περίοδο 1929-1931 χειροτερεύει η ζωή του λαού και στην επίθεση της κυβέρνησης Βενιζέλου ενάντια στο βιοτικό επίπεδο, εργατοϋπάλληλοι, αγρότες και επαγγελματίες απαντούν με διαδοχικές μαζικές απεργίες, μαχητικές εκδηλώσεις και συλλαλητήρια. Χαρακτηριστικές είναι οι απεργίες των 7000 μεταλλωρύχων στη Στρατονίκη και το Λαύριο (αρχές 1929), των καπνεργατών Μακεδονίας, των εργατών χημικών  και οικοδομικών προϊόντων στην Ελευσίνα, των 5000 καπνεργατών της Θάσου και τα ένοπλα αγροτικά συλλαλητήρια στα επαρχιακά κέντρα.

Η δυσαρέσκεια εξαπλώνεται και στους δημόσιους υπαλλήλους οι οποίοι αγωνίζονται ενάντια στην περικοπή των αποδοχών τους και για την ικανοποίηση ζωτικών τους αιτημάτων.

Μέσα στο 1932 ξεσπούν 141 απεργίες στις οποίες συμμετέχουν 66.000 εργάτες, ενώ την επόμενη χρονιά 1933 ξεσπούν 400 απεργίες με συμμετοχή 81.000 απεργών  σαν απάντηση στα αντιδημοκρατικά μέτρα τα οποία παίρνει η ολιγαρχία.

Το 1934 η Ελλάδα εισέρχεται στη φάση μιας ιδιόμορφης οικονομικής ύφεσης. Ενώ από το 1933 στο 1934 ο όγκος της παραγωγής του συνόλου των βασικών και βιομηχανικών προϊόντων αυξάνεται κατά 8-12% και οι εξαγωγές κατά 14%, το έλλειμμα του εξωτερικού εμπορίου αυξάνεται από 3190 εκατομμύρια  δραχμές σε  3310 και ο κρατικός προϋπολογισμός κλείνει με έλλειμμα 60%. Η πορεία της οικονομίας κατά την επόμενη διετία 1935-1936 δείχνει ότι η ιδιόμορφη αυτή ύφεση δεν ακολουθείται από άνοδο αλλά περνά σε νέα οικονομική πτώση.

Ήδη στην Ευρώπη ο φασισμός εμφανίζεται δυναμικά και η συνεχής άνοδος του λαϊκού κινήματος στη χώρα μας σηματοδοτεί και το δυνάμωμα των φασιστικών τάσεων. Η όξυνση των αντιθέσεων ανάμεσα στις ομάδες της άρχουσας τάξης εκδηλώνεται με το πραξικόπημα Πλαστήρα στις 6 Μάρτη 1933, τη δολοφονική επίθεση κατά του Βενιζέλου τον Ιούνη της ίδιας χρονιάς και τις προσπάθειες για παλινόρθωση της μοναρχίας.

Αναπτύσσουν πλέον έντονη δραστηριότητα διάφορες μοναρχοφασιστικές οργανώσεις ενώ παράγοντες όπως ο Κονδύλης και ο Μεταξάς κινούνται για την εγκαθίδρυση φασιστικής δικτατορίας. Οι διωγμοί ενάντια στο λαϊκό κίνημα εντείνονται και από το Μάρτη του 1933 μέχρι το Μάη του 1934 δολοφονούνται 10 άτομα, τραυματίζονται 239 και συλλαμβάνονται 3.500, όλοι σχεδόν μέλη και οπαδοί του Κ.Κ.Ε. το οποίο έγκαιρα αντιλαμβάνεται το φασιστικό κίνδυνο και εντείνει την αντιφασιστική του δράση.

Το 1935 είναι μια χρονιά κατά την οποία η χώρα συνταράσσεται από τις απεργίες, ενώ στο τέλειωμά της η μοναρχία επιστρέφει με νόθο δημοψήφισμα.

Το Γενάρη του 1936 γίνονται οι τελευταίες προπολεμικές εκλογές και το «Παλλαϊκό Μέτωπο» εκλέγει 15 βουλευτές. Υπογράφεται τότε το Σύμφωνο Παλλαϊκού Μετώπου- Φιλελευθέρων, το Σύμφωνο κοινής δράσης Κ.Κ.Ε.- Αγροτικού κόμματος  και η απόφαση των τριών υπαρχουσών Εργατικών Συνομοσπονδιών για ενιαία δράση.

Αποκορύφωμα της δράσης του Αντιφασιστικού μετώπου αποτελούν οι απεργίες και οι διαδηλώσεις το Μάη του 1936 στη Θεσσαλονίκη και οι μαζικές απεργίες που ακολούθησαν σε όλη τη χώρα μετά τα αιματηρά γεγονότα.

 Θεσσαλονίκη: 9 Μάη 1936

 Στις 29 Απρίλη αρχίζουν απεργιακό αγώνα οι καπνεργάτες της Θεσσαλονίκης και μέχρι τις 3 Μάη η απεργία επεκτείνεται σε όλα τα καπνεργατικά κέντρα. Στις 8 η απεργία στη Θεσσαλονίκη γενικεύεται σε όλα τα εργοστάσια, τις μεταφορές και τους σιδηροδρόμους. Κάθε κίνηση παραλύει. Οι απεργοί απαντούν στις επιθέσεις της αστυνομίας, στήνονται οδοφράγματα  και οι συγκρούσεις έχουν σαν αποτέλεσμα 300 τραυματίες.

Την επόμενη μέρα, 150.000 αγανακτισμένου λαού συγκεντρώνονται στην πλατεία Ελευθερίας  και δέχονται μια καινούργια δολοφονική επίθεση η οποία αφήνει 10 νεκρούς και δεκάδες τραυματίες. Για 36 ώρες, ο λαός συναδελφωμένος με το στρατό κυριαρχεί στην πόλη και τέλος οι εργοδότες δέχονται τα αιτήματα των απεργών.

Τέσσερις μέρες αργότερα, με κυρίαρχο σύνθημα να φύγει η αιματοβαμμένη κυβέρνηση Μεταξά, γίνεται από την Ενωτική Γενική Συνομοσπονδία και τη Γ.Σ.Ε.Ε. 24ωρη πανελλαδική απεργία στην οποία συμμετέχουν 500.000 άτομα.

Το πρωτοσέλιδο στο Κερκυραϊκό Βήμα στις 17 Μάη 1936 με τις αναφορές στις κινητοποιήσεις

 

Κέρκυρα: 13-14 Μάη

 Στην Κέρκυρα η πανεργατική απεργία κηρύσσεται από το Εργατικό Κέντρο από τα μεσάνυχτα της Τρίτης 12 Μάη μέχρι τα μεσάνυχτα της 13ης. Συμμετέχει σε ένδειξη αλληλεγγύης και ο Σύνδεσμος ιδιωτικών υπαλλήλων, ενώ από το μεσημέρι της Τετάρτης συμμετέχει και η Ομοσπονδία Επαγγελματιών.

Παρά την απεργία, τα αρτοποιεία εργάζονται καθώς με στρατιωτική παρέμβαση  στέλνονται να εργαστούν μαθητές της Αστυνομικής σχολής και στρατιώτες. Ή πόλη πάντως νεκρώνεται και γίνεται ογκωδέστατο συλλαλητήριο.

Το απόγευμα της Τρίτης γίνεται συγκέντρωση των απεργών στο Γυμναστήριο όπου μιλούν εκπρόσωποι των εργατών, των ιδιωτικών υπαλλήλων και των επαγγελματιών.

Μια επιτροπή με συνοδεία εργατών αναχωρεί για να επιδώσει ψήφισμα στο Νομάρχη αλλά η Αστυνομία απαγορεύει την ομαδική προσέλευση. Το αποτέλεσμα είναι συμπλοκές με 27 διαδηλωτές και 8 αστυνομικούς τραυματίες.

Την επόμενη μέρα 14 Μάη επαναλαμβάνεται παλλαϊκή απεργία και στις διαδηλώσεις παίρνουν μέρος περί τις 12.000 λαού. Τα πνεύματα είναι οξυμένα και γίνονται πολλές συγκρούσεις με την αστυνομία με αποτέλεσμα πολλούς τραυματίες.

Ο τοπικός τύπος αναφέρεται στην κατάσταση στην οποία βρίσκονται οι κερκυραίοι εργάτες σε ορισμένες βιομηχανίες, στην εκμετάλλευση την οποία  υφίστανται και στα μεροκάματα των 16 και 22 δραχμών.

Η στάση της Αστυνομίας

 Το Κερκυραϊκό Βήμα στη σχετική αρθρογραφία του θεωρεί ότι η ευθύνη για τις συγκρούσεις βαρύνει εξ ολοκλήρου την Αστυνομία, καθώς τα αστυνομικά όργανα έχασαν την ψυχραιμία τους και έτσι τα επεισόδια ήταν αναπόφευκτα. Επισημαίνει ότι λίγο καιρό πριν, σε κομματικές διαδηλώσεις γίνονταν έκτροπα και η Αστυνομία δεν επενέβαινε, παρά την παρουσία αξιωματικών της, δημιουργώντας έτσι ένα κλίμα στο οποίο ο κόσμος έχει χάσει την εμπιστοσύνη του προς αυτήν.

Ασκείται οξεία κριτική στον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπισε η Χωροφυλακή τους απεργούς στη Θεσσαλονίκη  και καταλογίζει στους άντρες της έλλειψη στοιχειώδους αστυνομικής αγωγής.

Είναι ενδεικτική του πνεύματος της εποχής το παρακάτω απόσπασμα από κείμενο υπό τον τίτλο «Χρειάζεται κάθαρσις»:

«… Εξ άλλου ο εκ διαφόρων λόγων προκαλούμενος ζήλος των αστυνομικών οργάνων του να ανευρίσκουν εις όλας τας περιπτώσεις κομμουνιστικόν δάκτυλον και να αποδίδουν συλλήβδην εις όσους τους απαρέσκουν τον τίτλον του κομμουνιστού, εδημιούργησε μιαν τοιαύτην κατάστασιν δυσπιστίας προς τα όργανα τα εντεταλμένα δια την ασφάλειαν και τάξιν εις τον λαόν, την οποίαν, εν ουδεμιά περιπτώσει, πρέπει να παραβλέψη η Κυβέρνησις, εάν πράγματι αποβλέπει εις την αποκατάστασιν του κρατικού γοήτρου. Διότι δεν είναι καθόλου συντελεστικόν της αναπτύξεως του πνεύματος της πειθαρχίας και της ισονομίας του κράτους έναντι των πολιτών, η ενέργεια ενίων Διοικητών Ασφαλείας, μεταξύ των οποίων και του Διοικητού της Γεν. Ασφαλείας Κερκύρας, καλούντων φιλησύχους και νομοταγείς πολίτας δε παραδόξως ανήκοντας εις την βενιζελικήν παράταξιν, να υπογράψουν δήλωσιν ότι δεν είναι … κομμουνισταί.»

Γιώργος Ζούμπος

εφημ. ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ, 09-05-2010

ΠΗΓΕΣ

  • Εφημ. Κερκυραϊκό Βήμα, φ. 17-05-1936 (συλλογή Αναγνωστικής Εταιρείας Κέρκυρας)
  • Εφημ. Ριζοσπάστης, φ. 14 και 15 Μάη 1936 (ψηφιακή συλλογή Ε.Β.Ε.)
  • Σύντομη ιστορία του Κ.Κ.Ε., σχέδιο. Μέρος Α΄: 1918-1949, έκδοση Κ.Ε. του Κ.Κ.Ε., Αθήνα, 1988

* * *