Συνήθως, όσο αφορά τα Επτάνησα και το Ιόνιο, η προσοχή των ιστορικών του Β’ παγκοσμίου Πολέμου εστιάζεται σχεδόν αποκλειστικά στην περίοδο μετά την 8η Σεπτεμβρίου 1943, εξαιτίας των γνωστών σημαντικών γεγονότων που διαδραματίστηκαν στη Κέρκυρα και στην Κεφαλονιά. Ωστόσο, το Ιόνιο ήταν εξαρχής σημαντικότατο, καθώς αποτελούσε γέφυρα μεταξύ Ιταλίας και κατειλημμένης Ελλάδας και ένα είδος θαλάσσιου «αυτοκινητόδρομου», όπου οι επικοινωνίες και η ναυσιπλοΐα θα έπρεπε να λειτουργούν σωστά και με πλήρη ασφάλεια.  Οι κυριότερες Ναυτικές Διοικήσεις που συγκροτούσαν, οργάνωναν και υποστήριζαν αυτό το δίκτυο βρίσκονταν στον Αυλώνα, Κέρκυρα, Πρέβεζα, Αργοστόλι,  Άραξο και Πάτρα.

Εκτός από τα γεγονότα του Σεπτέμβριου 1943, άλλο σημαντικό γεγονός είναι η κατάληψη των νησιών στα τέλη Απριλίου-αρχές Μαΐου 1941. Η ιστοριογραφία πάνω σε αυτό το θέμα είναι πραγματικά λιγοστή και αφήνει κενά, δίνοντας χώρο στις μαρτυρίες-αφηγήσεις όσων τις έζησαν και τις αναμετάδωσαν, με όλους τους κινδύνους ωστόσο που μια τέτοια μορφή γραψίματος της ιστορίας – για ευνόητους λόγους – επιφέρει στην ιστορική ακρίβεια.

 Το πρόβλημα των ιταλικών στρατιωτικών αρχείων

Τα ιταλικά στρατιωτικά αρχεία του Β’ Π.Π. χωρίζονται χονδρικά σε δύο κατηγορίες: Στα «κεντρικά» της Ανώτατης Διοίκησης και των Γενικών Επιτελείων Όπλων που βρίσκονταν στη Ρώμη και στα «περιφερειακά», δηλαδή τα αρχεία και τα πολεμικά ημερολόγια των Μεγάλων Μονάδων και των Διοικήσεων στα κατεχόμενα εδάφη εκτός Ιταλίας. Αυτές οι δύο κατηγορίες θα ακολουθήσουν διαφορετικούς δρόμους και τύχες.

«Κεντρικά»: Ανήκουν όλα στη περίπτωση των «captured records»: Μετά τον Σεπτέμβριο του 1943 τα πήραν οι Γερμανοί και τα μετέφεραν στο Aktensammelstelle Süd του Πότσνταμ, μετά στο Μόναχο και τέλος στο Ντίλινγκεν στο Δούναβη. Τον Απρίλιο του 1945 όλα αυτά τα αρχεία κατασχέθηκαν από τις Αμερικανικές Ένοπλες Δυνάμεις και μεταφέρθηκαν αρχικά στη Χαϊδελβέργη και στη συνέχεια στη Φρανκφούρτη. Το 1946 μεταφέρθηκαν στην Αμερική, αρχικά στο Πεντάγωνο, μετά στο National Archives και τέλος στο Records Service, όπου περάστηκαν σε μικροφίλμ.
Το 1967 επέστρεψαν στην Ιταλία. Αλλά μόνο ένα 60% του συνολικού όγκου των διασωθέντων αρχείων.
Όσα έπεσαν στα χέρια των Βρετανών βρίσκονται μέχρι σήμερα στο Public Record Office και στο Imperiai War Museum.

«Περιφερειακά»: H συντριπτική πλειοψηφία των αρχείων και των στρατιωτικών ημερολογίων χάθηκε μετά τις 8/9/43. Είτε λόγω καταστροφών/λεηλασίας, είτε λόγω υπερβολικού ζήλου εκ μέρους των ιταλικών δυνάμεων, για να μη πέσουν στα χέρια του εχθρού. Ελάχιστα από αυτά τα αρχεία βρέθηκαν και φυλάσσονται στη Ρωσία, στα Τίρανα και στο Βελιγράδι. Κάποια υπάρχουν και στην Ελλάδα, στα υπόγεια της Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού.

 Η ανασύνταξη της τοπικής ιστορίας με βάση τα ιταλικά αρχεία δεν είναι εύκολη υπόθεση. Όπως είπαμε, διασώθηκαν περίπου τα μισά στρατιωτικά αρχεία και ως εκ τούτου υπάρχουν κενά και δεν είναι δυνατή μια πλήρης διακλαδική εικόνα των επιχειρήσεων.

Για τις καταλήψεις της Κέρκυρας, Παξών και Διαποντίων και την επακόλουθη κατοχή τους, οι ιταλικές πηγές που έχουν διασωθεί είναι κάποια αρχεία του ιταλικού Γενικού Επιτελείου Ναυτικού με αναφορές πρωταγωνιστών και κάποια σήματα, κάποιες διαταγές της Ανώτατης Διοίκησης και τέλος, μέρος του πολεμικού ημερολογίου της μεραρχίας Acqui, το οποίο περιλαμβάνει μόνο την περίοδο Μάιο 1941-Μάιο 1942. Ουσιαστικά πρόκειται για αποσπασματικές και ατελείς πληροφορίες οι οποίες παραμένουν βέβαια πολύτιμες.

Κώστας Δαφνής

Βέβαια, δεν μπορούμε να ασχοληθούμε με την ιταλική κατάληψη της Κέρκυρας αν δεν αναφερθούμε πριν στον Κώστα Δαφνή και στο βιβλίο του «Χρόνια Πολέμου και Κατοχής», όπου ανάμεσα στα άλλα περιγράφεται και η ιταλική κατάληψη. Ο Δαφνής παραμένει η κυριότερη πηγή -αν όχι η μοναδική – για το ο,τι συνέβη τότε, μόνιμος πρωταγωνιστής στην αφήγηση της τοπικής ιστορίας της περιόδου. Με ιδιαίτερη χαρά διαπιστώνουμε πως η περιγραφή του επιβεβαιώνεται σε όλα τα σημεία από τις ιταλικές αναφορές, προσδίδοντάς της ακόμα περισσότερη εγκυρότητα. Εντυπωσιάζει δε, πως ενώ χρησιμοποιεί αποκλειστικά ελληνικές πηγές, η αναφορά σε βαθμούς και ονόματα είναι ακριβής.

____________________________

 

Γεγονότα

Στις 23 Απριλίου 1941 ο Τσολάκογλου υπογράφει στη Θεσσαλονίκη το τρίτο και τελικό πρωτόκολλο συνθηκολόγησης με τον Γερμανό στρατηγό Άλφρεντ Γιοντλ και τον Ιταλό στρατηγό Αλμπέρτο Φερρέρο. Αρχίζει η ιταλική κούρσα για την κατάληψη των τοποθεσιών που τους ενδιέφεραν πριν φτάσουν πρώτοι οι Γερμανοί.

26 Απριλίου, 1941

Προσωπική σημείωση του Υπαρχηγού Γενικού Επιτελείου, Guzzoni.

Δέχτηκα στις 4 μ.μ. τον στρατηγό von Rintelen. […] Στη συνέχεια ανέφερα την κατάσταση που είχε προκύψει στην Ήπειρο λόγω της αντίστασης του διοικητή της 73ης Γερμανικής μεραρχίας στη διέλευση των ιταλικών στρατευμάτων, καθώς και την επικείμενη κατάληψη της Κέρκυρας από εμάς. Ο στρατηγός von Rintelen με διαβεβαίωσε ότι δόθηκαν ακριβείς εντολές στον διοικητή της 73ης μεραρχίας και μου περιέγραψε την κατάσταση στην Ελλάδα.

 27 Απριλίου, 1941

ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΙΑΚΑ ΝΕΑ

Ο Υπαρχηγός Γενικού Επιτελείου Αεροπορίας διαβιβάζει τηλεφωνικώς:

Ένα δικό μας Cant Z506 εκτέλεσε αναγνώριση στις δυτικές ακτές της Ελλάδας και στη Κέρκυρα. Σε αυτή τη τελευταία ρίφθηκαν προκηρύξεις. Στο πέρασμα του αεροσκάφους υψώθηκε στον σηματοφόρο του Π. Φρουρίου λευκή σημαία.

Είναι πλέον θέμα γοήτρου για τους Ιταλούς, πρέπει να προλάβουν τους Γερμανούς. Πάντα την ίδια μέρα, σε σύσκεψη των Αρχηγών Επιτελείων, τα πρακτικά αναφέρουν:

Η Αυτού Εξοχότης Γκουτσόνι [Υφ. Στρατιωτικών] λαμβάνει γνώση και προσθέτει ότι αμέσως μετά τη Κέρκυρα πρέπει να προχωρήσουμε στην κατάληψη της Κεφαλληνίας. Αναφέρεται στο γεγονός πως το σύνταγμα «Adolf Hitler» έφτασε στην Πάτρα και πως οι σύμμαχοι Γερμανοί, χρησιμοποιώντας μηχανοκίνητα σκάφη, έχουν ήδη προχωρήσει στην κατάληψη πολλών νησιών του ελληνικού αρχιπελάγους. Ο ίδιος διατάζει να πραγματοποιηθούν πτήσεις πάνω από την Κεφαλληνία για να διαπιστωθεί εάν υπάρχει αντίδραση ή όχι. Διατάζει επίσης όπως ο στρατηγός Mάγι ενημερώσει τον Καβαλέρο περί όσων προετοιμάζονται για την Κέρκυρα και την Κεφαλληνία.

 Το ίδιο απόγευμα της 27ης Απριλίου 1941 το Supcrmarina[1] κοινοποίησε με μήνυμα στην Ειδική Ναυτική Δύναμη[2], στην Διοίκηση της Ναυτικής Ομάδας, στη Διοίκηση του Ταράντο, στη Διοίκηση του Μπρίντιζι και στη Διοίκηση ναυτιλιακής κίνησης με την Αλβανία (Maricotraf) πως:

«από την αναγνώριση που διεξήχθη σήμερα υπάρχει λόγος να πιστεύουμε πως η ελληνική φρουρά της Κέρκυρας σκοπεύει να παραδοθεί. Ορίζεται πως αύριο το πρωί, 28 Απριλίου, ο ύπατος[3] της πολιτοφυλακής[4] Cagnoni, συνοδευόμενος από δύο αξιωματικούς του Β. Ναυτικού και οκτώ στρατιώτες, όπως μεταβεί στην Κέρκυρα αεροπορικώς για να ζητήσει την παράδοσή της. Εάν επιβεβαιωθεί η παράδοση, η Διοίκηση της Ειδικής Ναυτικής Δύναμης θα προχωρήσει στην κατάληψη του νησιού τις πρωινές ώρες της 29ης Απριλίου. Θα χρησιμοποιηθούν τρία τάγματα μελονοχιτών της ομάδας Marino, ένα απόσπασμα του Π. Ναυτικού και πιθανώς μια διμοιρία του τάγματος Bafile.[5] Για την μεταφορά και την αποβίβαση θα χρησιμοποιηθούν τα ατμόπλοια Crispi, Galilea και Argentina, καθώς και 6 μηχανοκίνητα ιστιοφόρα από τα διαθέσιμα μέσα της Ειδικής Ναυτικής Δύναμης. Θα συνοδεύσουν την αποστολή το καταδρομικό Bari, τρία τορπιλοβόλα και δύο M.A.S[6]της 10ης Μοίρας. Η αποστολή θα αναχωρήσει από το Μπρίντιζι και θα μπει στο Βόρειο Κανάλι της Κέρκυρας όταν ξημερώσει». [7]

Το σήμα του Supermarina της 27ης Απριλίου

 

Ακολουθούσαν οι οδηγίες προς τους διαπραγματευτές και οι τελευταίες ειδήσεις σχετικά με τα θαλάσσια φράγματα και τις ρότες ασφαλείας. Η αποβίβαση θα έπρεπε να πραγματοποιηθεί στο αγκυροβόλιο της Κέρκυρας. Ενδιέφεραν άμεσα οι ακριβείς πληροφορίες σχετικά με την άμυνα (παράκτιες και αντιαεροπορικές πυροβολαρχίες, δίκτυο θέσεων επιτήρησης, ραδιοφωνικές και καλωδιακές συνδέσεις).  Τα τμήματα αποβίβασης έπρεπε να έχουν τρόφιμα για τουλάχιστον έξι ημέρες. Μόλις ολοκληρώνονταν η αποβίβαση, οι ναυτικές μονάδες έπρεπε να επιστρέψουν στο Μπρίντιζι. Θα έπρεπε να παραμείνουν προσωρινά στο νησί το απόσπασμα του Β. Ναυτικού, τα μηχανοκίνητα ιστιοφόρα και τα M.A.S, για να επωμισθούν τις τοπικές συνδέσεις με τους Άγιους Σαράντα και την Ηγουμενίτσα και να επεκτείνουν την κατάληψη των γύρω μικρών νησιών.[8]

Ωστόσο, η Regia Marina είχε ανάγκη από τον απαραίτητο χρόνο για να οργανώσει την κατάληψη και οι Ιταλοί ήθελαν να έχουν στα χέρια τους την παράδοση της Κέρκυρας πριν προλάβει το νησί να παραδοθεί στους Γερμανούς.  Οργανώθηκε λοιπόν μια γρήγορη αεροπορική επιχείρηση με σκοπό να επισπεύσει την παράδοση της Κέρκυρας και στη συνέχεια θα ολοκληρώνονταν η κατάληψη με μονάδες του Στρατού και του Π. Ναυτικού.

Στις 28 Απριλίου ιταλικά υδροπλάνα θα προσθαλασσωθούν στην Κέρκυρα και θα απαιτήσουν την παράδοση. Αργά την ίδια μέρα προπορευόμενα ναρκαλιευτικά από τον Αυλώνα θα φτάσουν στο λιμάνι της πόλης. Στις 29 Απριλίου, στις 12.25, το αποβατικό «Tirsio» ενημέρωνε τη Ρώμη πως μετέφερε 1.200 στρατιώτες στο νησί. Ήταν το 1° τάγμα του 17ου συντάγματος πεζικού της μεραρχίας Acqui. Ο διοικητής του τάγματος ανέλαβε την στρατιωτική διοίκηση του νησιού. Ακολούθως, η Διοίκηση του Ειδικού Σώματος Στρατού[9] διέταξε τη πλήρη μεταφορά στο νησί της μεραρχίας Acqui, το συντομότερο δυνατό. Την πρωτομαγιά του 1941  έφτανε στη Κέρκυρα γεμάτο στρατό από τους Άγιους Σαράντα και το αποβατικό «Garigliano».

Ανάμεσα στους αξιωματικούς που έφτασαν με τα υδροπλάνα στη Κέρκυρα στις 28 Απριλίου ήταν και ο αντιπλοίαρχος Buoninsegni, ο οποίος ανέλαβε τη διοίκηση της νέας Ναυτικής Διοίκησης στη Κέρκυρα.

 Buoninsegni Vitali

Ο αντιπλοίαρχος Luigi Buoninsegni Vitali, έχοντας συμμετάσχει στην κατάληψη της Κέρκυρας και έχοντας αναλάβει τη ναυτική διοίκηση, στις 15 Μαΐου 1941 ανέφερε τι είχε διαδραματιστεί, σε μια αναφορά που προορίζονταν στην Διοίκηση Π. Ναυτικού και στην Ναυτική Στρατιωτική Διοίκηση του Μπρίντιζι, η οποία συνοψίζεται σε μορφή αφήγησης.

 Η αναφορά

Σύμφωνα με τις διαταγές του ναυάρχου Tur,[10] ο αντιπλοίαρχος Buoninsegni παρουσιάστηκε στη βάση υδροπλάνων του Μπρίντιζι στις 06.30 της 28 Απριλίου, μαζί με τον υποπλοίαρχο Ceccarelli και τον σμήναρχο Grande, αρχηγό της αποστολής. Ο Buoninsegni θα έπρεπε να παραμείνει στο νησί ως διοικητής της Ναυτικής Διοίκησης. Επιβιβάστηκε στο υδροπλάνο με τον κωδικό αριθμό 7. Μαζί με τον προαναφερθέντα σμήναρχο και τον ύπατο της πολιτοφυλακής Cagnoni, κατάρτισαν τις γενικές οδηγίες για την αποστολή, η οποία περιλάμβανε τα πληρώματα πέντε αεροσκαφών, 10 μελανοχίτωνες και έναν υπολοχαγό τους.[11] Η απογείωση πραγματοποιήθηκε γύρω στις 08.30 και τα υδροπλάνα βρίσκονταν στον ουρανό της Κέρκυρας γύρω στις 10.

Ανέμεναν να δουν να κυματίζει τη λευκή σημαία στο Παλαιό Φρούριο αλλά αντίθετα, είδαν να κυματίζει η ελληνική σημαία. Τα αεροσκάφη έκαναν αναγνωριστικούς κύκλους πάνω από την πόλη και το λιμάνι· τότε, το αεροσκάφος του διοικητή της μοίρας έριξε τον φάκελο με την πρόσκληση παράδοσης πάνω από το λιμάνι.

Λίγο αργότερα κατέβηκε από τον ιστό του φρουρίου η ελληνική σημαία και υψώθηκε η γερμανική. Τότε το υδροπλάνο του διοικητή της μοίρας προσθαλασσώθηκε στο τμήμα της θάλασσας  ανατολικά του Μαντουκιού και το μιμήθηκαν και τα άλλα υδροπλάνα. Το προσωπικό αποβιβάστηκε αμέσως, αφήνοντας μόνο κάποιον σκοπό να φυλάει τα αεροσκάφη.

Οι τρεις ανώτεροι Ιταλοί αξιωματικοί συνάντησαν στη μέση ενός μικρού πλήθους δύο Έλληνες αξιωματικούς, τον ταγματάρχη φρούραρχο[12] και έναν λοχαγό.[13] Τους διέταξαν να παραδοθούν αλλά οι δύο δήλωσαν ότι δεν μπορούσαν να το πράξουν, καθώς διοικητής του νησιού ήταν ο συνταγματάρχης  Πολίτης, ο οποίος δεν βρίσκονταν στην πόλη, αλλά στο εσωτερικό του νησιού. Πρόσθεσαν επίσης πως το νησί είχε ήδη παραδοθεί στους Γερμανούς (δεν υπήρχαν) και ότι ως εκ τούτου δεν μπορούσαν να παραδοθούν εκ νέου και στους Ιταλούς.

Η ομάδα κατευθύνθηκε προς την πλατεία του λιμένα όπου βρίσκονταν το Λιμεναρχείο και εκεί συνάντησαν τον Λιμενάρχη, ο οποίος, όταν ρωτήθηκε, απάντησε ότι δεν γνώριζε αν υπήρχαν θαλάσσια ναρκοπέδια και πως η αρμοδιότητα ανήκε στη Ναυτική Διοίκηση, η οποία είχε μεταφερθεί στην Αθήνα ή στην Πάτρα πριν τρεις μήνες. Αποφασίστηκε να αποσταλεί το συντομότερο δυνατό ο Λιμενάρχης στο Μπρίντιζι για να τεθεί στη διάθεση του ναυάρχου Tur. Οι ντόπιοι καπετάνιοι που ρωτήθηκαν, απέκλεισαν την παρουσία ναρκών. Το Λιμεναρχείο είχε καταστραφεί εντελώς από ιταλικό βομβαρδισμό. Σε αυτό βρίσκονταν υψωμένη μια γερμανική σημαία και λίγο αργότερα υψώθηκε στο πλάι της μια ιταλική σημαία.

Εν τω μεταξύ το πλήθος προσπάθησε να εισβάλει σε μια κοντινή αποθήκη τροφίμων που είχε υποστεί ζημιές από προηγούμενο βομβαρδισμό, αλλά απομακρύνθηκε με την απειλή των όπλων. Οι Ιταλοί μετέβηκαν στο Νέο Φρούριο, όπου κάλεσαν τους διοικητές της Αστυνομίας και της Χωροφυλακής, στους οποίους κοινοποιήθηκε η κατάληψη και τους δόθηκε η εντολή της τήρησης της τάξης. Στους αξιωματικούς αφέθηκαν οι εξαρτήσεις αλλά κατασχέθηκαν τα όπλα. Οι Ιταλοί κινήθηκαν στη συνέχεια προς τη Νομαρχία, όπου ήδη βρίσκονταν ο νομάρχης Αβέρωφ, ο δήμαρχος και ο μητροπολίτης.[14]

Εν τω μεταξύ, ενώ ιταλικά αεροπλάνα πετούσαν πάνω από την πόλη έτοιμα να την βομβαρδίσουν, ο νομάρχης κλήθηκε να δεχτεί την πρόταση παράδοσης που του είχε δοθεί σε έγγραφη μορφή από τον σμήναρχο Γκράντε. Ο νομάρχης υπέγραψε μετά από πολλή εσωτερική πάλη, αλλά μόνο για την πόλη και το φρούριο, καθώς δεν είχε εξουσία επί των στρατιωτικών δυνάμεων. Παρά τις διάφορες προσπάθειες του μητροπολίτη, ο συνταγματάρχης Πολίτης δεν εμφανίστηκε. Έφτασε μόνο ένα μήνυμά του, με το οποίο ανακοίνωνε πως είχε ήδη παραδοθεί στον Γερμανό στρατηγό Dietrich, διοικητή των Ιωαννίνων και δεν είχε σκοπό να παραδοθεί ξανά στους Ιταλούς. Ο σμήναρχος Γκράντε ανακοίνωσε πως τότε, ο αεροπορικός βομβαρδισμός θα πραγματοποιούνταν την επόμενη μέρα. Την ίδια ώρα,  Έλληνες αξιωματικοί και στρατιώτες άρχιζαν να ρέουν προς την Νομαρχία καταθέτοντας τα όπλα και παρέχοντας πληροφορίες για τα τρία τάγματα που βρίσκονταν στο βόρειο τμήμα του νησιού. Ο υποπλοίαρχος Ceccarelli στάλθηκε αεροπορικώς στο Μπρίντιζι για να αναφέρει στον ναύαρχο Tur. Μαζί του πήγε επίσης ο Έλληνας λιμενάρχης, υπό σύλληψη, για να παράσχει πληροφορίες και ειδήσεις στον ίδιο τον ναύαρχο.

Το απόγευμα έφτασαν αεροπορικώς 18 καραμπινιέροι, οι οποίοι χρησιμοποιήθηκαν, μαζί με τους σμηνίτες και τους μελανοχίτωνες, για την υπεράσπιση του μεγάρου της Νομαρχίας.

Ο προγραμματισμένος αεροπορικός βομβαρδισμός δεν πραγματοποιήθηκε λόγω έλλειψης αεροπλάνων. Αποδείχθηκε επίσης περιττός επειδή, όπως διαπιστώθηκε ύστερα από αναγνώριση στο εσωτερικό με επιταγμένα αυτοκίνητα και φορτηγά, τα ελληνικά στρατεύματα κατέθεταν όλο και πιο μαζικά τα όπλα τους.[15] Πέρασαν στα χέρια των Ιταλών πολλά πολυβόλα και μερικές εκατοντάδες τουφέκια.

Στις 29 Απριλίου εστάλη από το Stamage[16] το ακόλουθο σήμα, προερχόμενο από το Superalba:[17]

«Αναφέρεται από την Κέρκυρα η παρουσία ελληνικού συντάγματος με σκοπό την παράδοση στους Γερμανούς και όχι στους Ιταλούς. Άμεση ενίσχυση της φρουράς μας και προετοιμασία δράσης μέγιστης ενέργειας, ενδεχομένως καταφεύγοντας στην Αεροπορία, αν η ελληνική φρουρά δεν αποδεχθεί τη πρόταση παράδοσης. Στρατηγός Καβαλέρο».

Η είδηση της παράδοσης θα περαστεί την επόμενη μέρα στο στρατιωτικό ημερολόγιο της Ανώτατης ιταλικής Διοίκησης στη Ρώμη:

29 Απριλίου, 1941

ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΙΑΚΑ ΝΕΑ

Το Γενικό Επιτελείο Αεροπορίας διαβιβάζει:

Χτες, στις 9:25, ένας σχηματισμός πέντε Cant Z 506 μετέφερε στη Κέρκυρα αξιωματικούς της Πολεμικής Αεροπορίας, του Πολεμικού Ναυτικού και της Εθελοντικής Πολιτοφυλακής Εθνικής Ασφάλειας, καθώς και μια ομάδα Μελανοχιτώνων, επιφορτισμένους για τις διαπραγματεύσεις για την κατοχή του νησιού. Ταυτόχρονα, σχηματισμοί βομβαρδιστικών (68 Cant Z 1007 bis, Br 20 και S 79) και καταδιωκτικών (24 MC 200) υπερίπταντο πάνω από το σημείο προσθαλάσσωσης για εκφοβισμό και για ενδεχόμενη επέμβαση. Οι πολιτικές αρχές και ο στρατιωτικός διοικητής του Φρουρίου υπέγραψαν αμέσως την παράδοση. Ο στρατιωτικός διοικητής του νησιού γνωστοποίησε πως διαπραγματεύτηκε την παράδοση με τις γερμανικές αρχές των Ιωαννίνων.

Πάντα την ίδια μέρα:

Το Ανώτατο Αρχηγείο Αλβανίας πληροφορεί:

Σήμερα 29, στις 6 π.μ. μονάδες μας πεζικού (1.200 άνδρες) αποβιβάστηκαν στη Κέρκυρα και αιχμαλώτισαν την φρουρά της πόλης (300 άνδρες και έξι πυροβόλα 65 mm). Επειδή στο νησί της Κέρκυρας διαπιστώθηκε η παρουσία ενός ελληνικού συντάγματος πεζικού αποτελούμενο από 3 τάγματα, που μέχρι στιγμής δεν έχουν παραδοθεί, το απόγευμα της 29ης Αυγούστου αναχώρησαν με κατεύθυνση τη Κέρκυρα ο διοικητής της μεραρχίας “Acqui” με δύο τάγματα του 17ου Συντάγματος και με ένα του 18 ου Συντάγματος πεζικού.

Την επόμενη ημέρα ολοκληρώνεται η παράδοση του 10ου Συντάγματος:

30 Απριλίου, 1941

ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΙΑΚΑ ΝΕΑ

Το Ανώτατο Αρχηγείο Αλβανίας πληροφορεί:

Συνεχίζονται οι εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στα πρόσφατα κατεχόμενα εδάφη, στη Βόρεια Αλβανία και στην Κέρκυρα. Σε αυτό το νησί δύο τάγματα που στάλθηκαν στο εσωτερικό του νησιού για να εξαλείψουν την εναπομένουσα ελληνική αντίσταση αιχμαλώτισαν 63 αξιωματικούς και 350 στρατιώτες, μαζί με πολλά όπλα και υλικό.

 

Λίγο πριν την άφιξη των Ιταλών

 

Αντιπλοίαρχος Monroy

Σχετικά με την κατάληψη της Κέρκυρας υπάρχει και μια δεύτερη μαρτυρία, μια μυστική επιστολή της 30ης Απριλίου 1941 του αντιπλοίαρχου Monroy, ο οποίος βρέθηκε στην Κέρκυρα την ημέρα της κατάληψης.

Ο αντιπλοίαρχος είχε ακολουθήσει τα στρατεύματα που μετακινήθηκαν από την Αλβανία για να αναλάβουν τη διοίκηση της Ναυτικής Διοίκησης των Αγίων Σαράντα. Το μεσημέρι της 29ης  η Ναυτική Διοίκηση Αυλώνα τον ενημέρωσε για την προσθαλάσσωση στην Κέρκυρα ιταλικών υδροπλάνων με περίπου 40 Ιταλούς στρατιώτες και του έδωσε εντολή να δώσει μέγιστη προσοχή στις κινήσεις του νησιού, όπως  και να αναφέρει επειγόντως αν έβλεπε να υψώνονταν ιταλικές σημαίες.

Λίγο αργότερα, ο διοικητής της Ναυτικής Διοίκησης Αυλώνα, πλοίαρχος Mario Schiavuta, φτάνοντας στους Άγιους Σαράντα και αναχωρώντας αμέσως, διέταξε τον Monroy να μεριμνήσει για την ναρκαλίευση του θαλάσσιου τμήματος μεταξύ Αγίων Σαράντα και πόλης της Κέρκυρας με τα τρία ναρκαλιευτικά που βρίσκονταν στους Άγιους Σαράντα, να αφήσει μόνο ένα στην Κέρκυρα σε περίπτωση που η πόλη καταλαμβάνονταν από τους Ιταλούς, ή να τα στείλει όλα πίσω σε αντίθετη περίπτωση.

Επειδή δεν ήταν εύκολο να εποπτευθεί η κατάσταση στην Κέρκυρα από την απέναντι ακτή, ο Monroy θεώρησε σκόπιμο να επιβιβασθεί στο «Monfalcone», μονάδα επικεφαλής της μοίρας, για να ελέγξει προσωπικά την κατάσταση και στη συνέχεια να αναφέρει. Αναχωρώντας στις 4 μ.μ., έφτασε στις 18.30 στην είσοδο του λιμανιού της Κέρκυρας, το οποίο ήταν μερικώς μπλοκαρισμένο από ένα ελληνικό πολεμικό σκάφος, μισοβυθισμένο και γερμένο στα δεξιά.[18] Ο Monroy έδεσε στην ανατολική αποβάθρα του λιμανιού.

Εκεί βρίσκονταν ένας σμήναρχος της Πολεμικής Αεροπορίας, ο αντιπλοίαρχος Vitali και ένας ύπατος της πολιτοφυλακής.[19] Ο Monroy, βγαίνοντας στην ξηρά, ενημερώθηκε για την κατάσταση του πληθυσμού, πως περίπου 400 στρατιώτες είχαν συλληφθεί – η κράτηση των οποίων ήταν πηγή ανησυχίας – και πως ένα ελληνικό σύνταγμα βρίσκονταν κοντά στο Σκριπερό και αρνούνταν να παραδοθεί. Ρώτησε αν έπρεπε να ζητήσει την άμεση αποστολή ενισχύσεων. Στη συνέχεια του ζητήθηκαν νέα από τον Ναύαρχο Tur: απάντησε ότι είχε λάβει εντολή να διατηρήσει τα ναυτικά μέσα στους Άγιους Σαράντα έτοιμα για την αυγή της επόμενης ημέρας, στη διάθεση του προαναφερθέντος ναύαρχου.

Ο ύπατος της πολιτοφυλακής δήλωσε πως πίστευε ότι μπορούσε να ελέγξει την κατάσταση για τη νύχτα, αλλά πως, σε κάθε περίπτωση, εάν η κατάσταση γίνονταν επικίνδυνη θα ειδοποιούσε ρίχνοντας φωτοβολίδες: αυτό θα σήμαινε πως χρειαζόταν άμεση βοήθεια. Ο Monroy αποφάσισε να αφήσει το «Monfalcone» μαζί με ένα άλλο ναρκαλιευτικό. Οι δύο μονάδες αγκυροβόλησαν με τη πλώρη προς την προκυμαία, με το πυροβόλο των 76 χλστ και όλα τα πολυβόλα γεμισμένα και έτοιμα για πυρ. Σε περίπτωση ανάγκης θα έπρεπε να προστατεύσουν τα ιταλικά στρατεύματα, να τα επιβιβάσουν, να κόψουν τους κάβους και να φύγουν. Ο ύπατος τον ευχαρίστησε και ο Monroy αποφάσισε ότι θα ήταν πιο βολικό να επιστρέψει στους Άγιους Σαράντα για να μπορέσει να συγχρονίσει οποιαδήποτε βοήθεια.

Επέστρεψε στους Άγιους Σαράντα στις 9 μ.μ. με το ναρκαλιευτικό «Maestrale», ενημερώνοντας αμέσως τη Διοίκηση του Ειδικού Σώματος Στρατιάς για το τι είχε συμβεί. Από αυτό έλαβε την εντολή για την επιβίβαση 1.200 αντρών στα αποβατικά Tirso και Garigliano, μαζί με το σχετικό υλικό.

Οι μονάδες έφτασαν στους Άγιους Σαράντα στις 11 μ.μ. και στις 4 π.μ. η επιβίβαση ολοκληρώθηκε. Ο Monroy επιβιβάστηκε στο περιπολικό Njoi και προηγήθηκε των δύο μονάδων, κάνοντάς τες να πλέουν σε θέση μάχης. Στις 6 το πρωί τα πλοία έφθασαν στο λιμάνι και έδεσαν στην αποβάθρα.[20] Στις 06.08 ξεκίνησε η αποβίβαση του στρατού, η οποία ολοκληρώθηκε σε είκοσι τέσσερα λεπτά. Ο Monroy με το περιπολικό του επέστρεψε στους Άγιους Σαράντα.

Για άγνωστους λόγους, την επόμενη μέρα ο στρατηγός Geloso[21] αποφάσισε την αντικατάσταση του Monroy[22] γιατί «δεν άρθηκε στο ύψος των περιστάσεων» και θα τον θέσει σε διαθεσιμότητα. Στη θέση του απεστάλη ο αντιπλοίαρχος Mastrangelo (πρώην διοικητής της μοίρας MAS στην Αλβανία και υποδιοικητής της Ναυτικής Διοίκησης Αυλώνα).

Το σήμα με το οποίο ο Καβαλέρο γνωστοποιεί την αντικατάσταση του Monroy

 

* *

Αναφορά σχετικά με την αποστολή κατάληψης Παξών-Αντιπάξων (πλωτάρχης Tomaso Baralis.  Κέρκυρα, 22 Μαΐου 1941, XIX)

«Η αποστολή, αποτελούμενη από 6 αξιωματικούς και 65 στρατιώτες, ξεκίνησε με την επιβίβαση στο μηχανοκίνητο ιστιοφόρο «Domenico F.», αναχωρώντας από το λιμάνι της Κέρκυρας στις 20 Μαΐου στις 23.20. Ακολούθησε παράκτια πλεύση και στις 05.30 εισήλθε στο λιμάνι των Παξών. Ο διοικητής, λοχαγός Roberto de Giorgio, αποβιβάστηκε χωρίς προβλήματα και στις 06.15 η σημαία υψώθηκε στη πόλη,[23], στο μπαλκόνι της τοπικής τράπεζας που έβλεπε προς το λιμάνι. Μια άλλη σημαία υψώθηκε στα ερείπια του ενετικού κάστρου από μια ομάδα στρατιωτών που αποβιβάστηκε στο νησάκι[24] της πόλης. Αμέσως κλήθηκαν οι τοπικές αρχές και ενημερώθηκαν για την κατάληψη του νησιού και για τις προκηρύξεις που εκδόθηκαν από την Διοίκηση Σώματος Κατάληψης της Κέρκυρας. Η αποβίβαση πραγματοποιήθηκε ανάμεσα σε εμφανή σημάδια συμπάθειας από τον πληθυσμό και τους προεστούς.

Θετική εντύπωση προκάλεσε στον πληθυσμό η εκφόρτωση και διανομή αλευριού· δεν υπήρχε ψωμί από 10 μέρες.

Με τον διοικητή αποφασίστηκε η αποστολή αναγνώρισης στους Αντίπαξους και στις 9 βάζαμε πλώρη για το νησί με μια ομάδα 15 στρατιωτών, καραμπινιέρων και οικονομικής αστυνομίας (Finanza), φτάνοντας στις 10.15. Δεν υπήρχε κανένας φρουρός. Το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού κατοικεί στους Παξούς και πηγαίνει στο νησί μόνο για γεωργικές ανάγκες (καλλιέργεια αμπέλων και ελιών). Η κατοχή του νησιού και το περιεχόμενο των σχετικών ανακοινώσεων κοινοποιήθηκαν στους λίγους παρόντες. Παραδόθηκαν 16 τουφέκια, συμπεριλαμβανομένου ενός κυνηγετικού δίκαννου. Η υποδοχή χαρακτηρίστηκε πραγματικά από συμπάθεια. Ζητήθηκε ψωμί και, επίμονα, θειάφι και γαλαζόπετρα, χωρίς τα οποία θα είχε χαθεί η συγκομιδή των αμπελιών. Στις 12 αναχωρήσαμε για τους Παξούς, φτάνοντας εκεί στις 13.

Εν τω μεταξύ, στη Λάκκα, ο λιμενάρχης Amelio και ο ανθυπολοχαγός των Καραμπινιέρων, Grossi, διεξήγαγαν έρευνες σχετικές με τα καθήκοντά τους. Μετά από αυτό, στις 4 μ.μ. αναχωρήσαμε και επιστρέψαμε στην Κέρκυρα στις 21.30».

* *

Αναφορά σχετικά με την αποστολή στους Οθωνούς για την κατάληψη του νησιού και την αναγνώριση στα νησιά Ερείκουσσα και Μαθράκι (πλωτάρχης Tomaso Baralis.  Κέρκυρα, 22 Μαΐου 1941, XIX διαμέσω Ναυτικής Διοίκησης Κέρκυρας)

«Η αποστολή, αποτελούμενη από 5 αξιωματικούς και 66 στρατιώτες, ξεκίνησε με το μηχανοκίνητο ιστιοφόρο «Domenico F.», αφήνοντας το λιμάνι της Κέρκυρας στις 23 Μαΐου στις 17.30, με προορισμό τους Άγιους Σαράντα, όπου έφτασε στις 8 μ.μ., με διανυκτέρευση σε αυτό το λιμάνι. Η αναχώρηση την επόμενη μέρα καθυστέρησε λόγω έντονης βροχόπτωσης, γεγονός που έκανε την ορατότητα πολύ περιορισμένη. Η αναχώρηση πραγματοποιήθηκε στις 5 π.μ. της 24ης. Η αποστολή κατευθύνθηκε προς το Ακρωτήριο Κεφάλι με ρότα προς Ερείκουσσα, όπου έφτασε στις 08.30. Γνωστοποιήθηκαν στον πρόεδρο του χωριού και στον πληθυσμό οι διατάξεις της προκήρυξης και ανακοινώθηκε η σχετική κατοχή. Η υποδοχή ήταν καλή και η άφιξη ήταν αναμενόμενη.

Στις 09.30 φεύγαμε και πάλι για το νησί των Οθωνών, όπου φτάσαμε στις 11 π.μ. Ο πρόεδρος του χωριού βρίσκονταν στην Κέρκυρα. Η διαδικασία εκφόρτωσης του υλικού ήταν επίπονη, λόγω της έλλειψης αποβάθρας και ρηχών νερών, όπως και λόγω της μεγάλη απόστασης μεταξύ σημείου αγκυροβόλησης και παραλίας. Εν τω μεταξύ προνοούσαμε για την αποβίβαση και την στρατοπέδευση της στρατιωτικής δύναμης. Οι στρατιώτες του Μηχανικού κατέλαβαν τον τοπικό σταθμό ασυρμάτου, ο οποίος βρέθηκε πως ήταν αποτελεσματικός στην ακρόαση, αλλά παρουσίαζε κάποιες δυσκολίες για τη μετάδοση με την Κέρκυρα. Το απόσπασμα των Καραμπινιέρων και της Φινάντζα εγκαταστάθηκε στο τοπικό σχολείο εν αναμονή καλύτερου καταλύματος. Παραδόθηκαν 800 κιλά αλεύρι και έγινε έπαρση σημαίας με τιμές που αποδόθηκαν από μεικτή διμοιρία (Πεζικού, Καραμπινιέρων και Οικονομικής Αστυνομίας).

Στις 13.30 αναχωρήσαμε από τους Οθωνούς με κατεύθυνση το Μαθράκι, όπου ρίξαμε άγκυρα στις  14.45. Εδώ μας υποδέχτηκε ο πρόεδρος του χωριού, ο οποίος μιλούσε τέλεια και άπταιστα τα βενετσιάνικα. Μας ανακοίνωσε την επερχόμενη επίσκεψή του στην Κέρκυρα. Αφού αναγνώσαμε τις προκηρύξεις, στις 4 μ.μ. αναχωρήσαμε από το αγκυροβόλιο, με παράκτια ρότα, από ακρωτήριο Δράστη και Αγίας Αικατερίνης, διαμέσου του Βόρειου Καναλιού κατευθυνθήκαμε προς Κέρκυρα, όπου φτάσαμε στις 9 μ.μ.

Σε όλες τις τοποθεσίες διατάχθηκε η παράδοση των όπλων, η οποία, για την Ερείκουσσα και τους Οθωνούς θα  έπρεπε να πραγματοποιηθεί στο τελευταίο, ενώ για το Μαθράκι, στην Κέρκυρα.

Ακολούθησαν έπαινοι προς τους συμμετέχοντες, όπως και για τον αξιωματικό που ορίστηκε από την μεραρχία Acqui, ταγματάρχη πεζικού Quartilio Tonnini.

Στις 6 Ιουνίου 1941 ο Ναύαρχος Tur ανέφερε στο Supcrmarina σχετικά με την επιχείρηση με την οποία, στις 21 και στις 24 Μαΐου, η Ναυτική Διοίκηση Κέρκυρας σε συνεργασία με την διοίκηση της μεραρχίας Acqui οργάνωσε την κατάληψη των νησιών Παξών και Οθωνών και την αναγνώριση στους Αντίπαξους, Ερείκουσσα και Μαθράκι, διαβιβάζοντας τις αναφορές που έστειλε ο πλωτάρχης Tomaso Baralis, διορισμένος για την προετοιμασία και τη διεύθυνση της επιχείρησης».

 

Σπύρος Ιωνάς

 

* * *

 

[1] Ονομασία του Ανωτάτου Αρχηγείου Ναυτικού κατά τον Β΄Π.Π. Συστάθηκε την  1η Ιουνίου 1940.

[2] Για τις αμφίβιες επιχειρήσεις στο Ιόνιο είχε συσταθεί στον Τάραντα στις 25 Οκτωβρίου του 1940 η Ειδική Ναυτική Δύναμη (Forza Navale Speciale).

[3] Βαθμός αντίστοιχος του συνταγματάρχη.

[4] Οι γνωστοί Μελανοχίτωνες, Εθελοντική Πολιτοφυλακή Εθνικής Ασφάλειας (Milizia Volontaria per la Sicurezza Nationale, αρχικά MVSN).

[5] Ένα από τα δύο τάγματα που συγκροτούσαν το Σύνταγμα Πεζοναυτών San Marco. Το άλλο ήταν το τάγμα Grado.

[6] Τορπιλάκατοι MAS.

[7] H τεκμηρίωση σχετικά με την κατάληψη ελληνικών εδαφών και νησιών περιλαμβάνεται στo αρχειακό σύνολο Supermarina-Scacchieri Esteri (Marimorea). Supcrmarina, 27, 4, 1941, b. 12, f. 291.

[8] Διαπόντια, Παξοί, Αντίπαξοι.

[9] Corpo d’Armata Speciale (CAS). Το Ειδικό Σώμα Στρατού βρίσκονταν στην Αλβανία από τις 21 Δεκεμβρίου 1940. Είχε διοικητή τον στρατηγό Giovanni Messe και αποτελούνταν από τις μεραρχίες Acqui και Cuneo και μια ειδική μεραρχία Αλπινιστών. Μετά την ελληνική συνθηκολόγηση παρέμειναν στην Ελλάδα οι δύο πρώτες μεραρχίες, μία στο Ιόνιο και μία στο Αιγαίο.

[10] Ναύαρχος Vittorio Tur, διοικητής Ειδικής Ναυτικής Δύναμης.

[11] Ο αντίστοιχος βαθμός του υπολοχαγού στους Μελανοχίτωνες ονομάζονταν «capomanipolo».

[12] Ταγματάρχης Στρατολογίας Κ. Χανδρινός.

[13] Λοχαγός Δ. Μπούας

[14] Δήμαρχος Κόλλας και μητροπολίτης Αλέξανδρος.

[15] Ήδη από τις 25 Απριλίου είχαν εκδηλωθεί τα πρώτα αντιπειθαρχικά κρούσματα σε μονάδες του II τάγματος στο Σκριπερό.

[16] Stamage (Stato Maggiore Generale): Γενικό Επιτελείο Τριών Όπλων.

[17] Διοίκηση Αλβανίας.

[18] Πρόκειται για το «Προύσσα», το οποίο είχε χτυπηθεί από ιταλικά αεροπλάνα στις 4 Απριλίου.

[19] Ο ύπατος Cagnoni που προαναφέρθηκε στην προηγούμενη έκθεση.

[20] Καφέ Γυαλί

[21] Στρατηγός Carlo Geloso, μετέπειτα διοικητής της 11η Στρατιάς στην Ελλάδα (Supergrecia). Θα παραμείνει στη θέση του μέχρι τον Μάϊο του ’43, όταν θα ανακληθεί εξαιτίας του γνωστού σκανδάλου που φέρει το όνομά του.

[22] O Monroy θα πεθάνει στη Πάτρα τον Ιούνιο του 1941.

[23] Γάιος

[24] Νησάκι του Αγίου Νικολάου.