Στη συλλογικό φαντασιακό ο Μεγάλος Πόλεμος θεωρείται πως έλαβε χώρα αποκλειστικά στη στεριά, με μάχες στη λάσπη και στα χαρακώματα. Όμως, ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος διεξήχθη και στη θάλασσα και χάρη στη θάλασσα, χάρη στα Πολεμικά Ναυτικά της Αντάντ, επιτεύχθηκε η τελική νίκη. Ο πόλεμος στη θάλασσα κερδήθηκε από αυτούς που με οξυδέρκεια, αποφασιστικότητα, θάρρος και πάνω απ’ όλα υπομονή κατάφεραν να χρησιμοποιήσουν όσο καλύτερα μπορούσαν τα διαθέσιμα μέσα για την απόκτηση της υπεροχής στην θάλασσα, ασκώντας στο μέγιστο την αρχή της Θαλάσσιας Ισχύος.
Σίγουρα δεν είναι τυχαίο πως ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος έληξε λόγω της οικονομικής κατάρρευσης της Γερμανίας και της Αυστροουγγαρίας, μετά από 4 χρόνια ναυτικού αποκλεισμού, από τους μεν Ιταλούς στην Αδριατική και πιο εκτενώς από τους Βρετανούς στη Μεσόγειο και στη Βόρεια Θάλασσα. Ήταν κάτι το αναπόφευκτο που σημάδεψε τις μοίρες των Κεντρικών Αυτοκρατοριών, καθώς τότε, όπως και τώρα, το 90% της παγκόσμιας διακίνησης των απαραίτητων αγαθών για τη λειτουργία των σύγχρονων οικονομιών  περνάει από τη θάλασσα.

Στην Αδριατική

Στην Αδριατική, παρά τις ιταλικές προσδοκίες, χώρα με ισχυρότερο στόλο σε σχέση με την Αυστροουγγαρία, δεν έγινε ποτέ μια κλασική ναυμαχία με τη συμμετοχή των μεγάλων μονάδων των δύο στόλων που θα ξεκαθάριζε την κατάσταση, αναδεικνύοντας ένα νικητή και μοναδικό κυρίαρχο των υδάτων. Αντίθετα, ο στόλος των Κεντρικών Αυτοκρατοριών ηττήθηκε με ένα μακρόχρονο συνδυασμό σποραδικών ενεργειών μικρών μονάδων και τη χρήση μέσων που είχαν σαν σκοπό να περιορίσουν και να εξουδετερώσουν τη δράση και τις κινήσεις του εχθρού, με δραστηριότητες που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν σαν πρόδρομος του σύγχρονου  ασύμμετρου πολέμου. Το τελικό αποτέλεσμα επιτεύχθηκε παραλύοντας την εμπορική ναυσιπλοΐα της Αυστροουγγαρίας στην Αδριατική, στερώντας της το ζωτικό ανεφοδιασμό του στρατού, της βιομηχανίας και του πληθυσμού.

Οπλισμένο βρετανικό drifter

Οπλισμένο Βρετανικό trawler

Γαλλικό chalutier

Στολίσμος αμερικανικών chasers σε αναμνηστική φωτογραφία στη Κέρκυρα

Υποβρύχια απειλή

Τα υποβρύχια ήταν η εντελώς νέα απειλή που φόβιζε όλα τα εμπόλεμα Ναυτικά και τα υποχρέωσε να αναθεωρήσουν τις υπάρχουσες στρατηγικές τους και τις αμυντικές τακτικές τους. Η αδιάκριτη επίθεση στη ναυσιπλοΐα που υιοθετήθηκε από τα γερμανικά U-boat δημιούργησε μια ατμόσφαιρα γενικής σύγχυσης σε όλα τα Ναυτικά Επιτελεία, τα οποία αναγκάστηκαν να δεσμευτούν πλήρως, με κάθε τρόπο, για να ελαττώσουν και να εξουδετερώσουν αυτή την απειλή.
Στην Αδριατική ειδικότερα, ο ανθυποβρυχιακός αγώνας έγινε μια από τις κυριότερες πτυχές του πολέμου. Όλα τα συμμαχικά κράτη ασχολήθηκαν με την ασφάλεια των υδάτων, τόσο για να εγγυηθούν την άφιξη των προμηθειών στα στρατεύματα που βρίσκονταν στη Μέση Ανατολή, στην Αφρική, στην Ευρώπη, στα Βαλκάνια και στην Αδριατική, όσο και για να επιτρέψουν την ομαλότητα της θαλάσσιας εμπορικής κίνησης. Ειδικά, ήταν σημαντικότατο να διατηρηθούν ασφαλείς οι ρότες που μετάφεραν τις εκατοντάδες χιλιάδες Γάλλους αποικιακούς στρατιώτες από την Β. Αφρική στην Ευρώπη, το πετρέλαιο από την Μέση Ανατολή, αυτές που εφοδίαζαν τη Σερβία, όπως και αυτές που θα επικοινωνούσαν με τη Ρωσία όταν θα έπεφταν τα Δαρδανέλια.

Γι ‘αυτό το λόγο η άσκηση της Ναυτικής Ισχύος ήταν στενά συνδεδεμένη με τον έλεγχο των περιοχών και των διαδρομών ενδιαφέροντος, αλλά και με την εκκαθάριση της υποβρύχιας απειλής.

Ότραντο, το κλειδί της Αδριατικής

Οι αυστριακές βάσεις στην Αδριατική (Πούλα, Κότορ, Σίμπενικ) θεωρούνταν σίγουρες και απόρθητες λόγω της προστασίας τους από τη φύση και λόγω της μορφολογίας των δαλματικών ακτών. Για αυτό το λόγο η προσοχή της Αντάντ εστιάστηκε στη πρόσβαση προς την Αδριατική και στον αποκλεισμό της, εμποδίζοντας οποιαδήποτε προσπάθεια εισόδου η εξόδου υποβρυχίων και εμπορικής κίνησης προς την Αυστροουγγαρία. Το κλειδί της Αδριατικής κρίθηκε το Στενό του Ότραντο, όπου στο στενότερο σημείο του έχει πλάτος 40 μίλια.
Το «φράγμα» του Ότραντο ξεκίνησε να λειτουργεί ήδη 4 μήνες μετά την είσοδο της Ιταλίας στον πόλεμο, από τις 26 Σεπτεμβρίου 1915, όταν ένας στόλος αλιευτικών με ατσάλινα δίχτυα και πολεμικών συνοδείας άρχισε να το ελέγχει. Ο έλεγχος βρίσκονταν ακόμα στο εμβρυϊκό του στάδιο, με συνολικά 20 σκάφη να επιχειρούν ταυτόχρονα.

To μόνιμο και το κινητό φράγμα στο Στενό του Ότραντο (1918)

Μπορούμε να διαιρέσουμε το φράγμα του Ότραντο σε τρεις χρονικές φάσεις:

1915-1917
Τα μέσα της Αντάντ είναι ελλιπή λόγω των επιχειρησιακών αναγκών της εκστρατείας στα Δαρδανέλια και άλλων ναυτικών επιχειρήσεων. H λεία θα είναι πραγματικά φτωχή, σε ενάμιση έτος, αν και αναφέρθηκαν 9 βυθίσεις και 10 προκλήσεις ζημιών, σίγουρα εγκλωβίστηκε από τα δίχτυα και καταστράφηκε μόνο ένα αυστριακό υποβρύχιο, το U-6 και ένα γερμανικό, το UB-44. Κατά την ίδια χρονική περίοδο οι αυστριακοί θα επιχειρήσουν να σπάσουν το φράγμα 24 φορές με ισάριθμες νυχτερινές επιχειρήσεις, πάντα ανεπιτυχώς. Μόνο μια φορά ένα υποβρύχιο θα καταφέρει να ποντίσει νάρκες στην είσοδο του λιμένα του Μπρίντιζι, με αποτέλεσμα τη βύθιση ενός γαλλικού αντιτορπιλικού.

1917-αρχές 1918
Οι δυνάμεις της Αντάντ ενισχύονται, καταφθάνουν και ναυτικές μονάδες από την Αυστραλία και τις ΗΠΑ. Επιχειρούν πλέον 35 αντιτορπιλικά, 52 αλιευτικά και μια εκατοστή διάφορα άλλα βοηθητικά πλοία. Συμμετέχει και η συμμαχική Αεροπορία.

1918
Το Στενό αποκλείεται από πραγματικό φράγμα αποτελούμενο από ατσάλινο δίχτυ και νάρκες.

Ανθυποβρυχιακά Μέσα

Πρωταγωνιστές στο κυνήγι των υποβρυχίων ήταν τα λεγόμενα drifters. Ήταν ατμοκίνητα αλιευτικά μήκους 22μ. για το ψάρεμα ρέγγας στη Βόρειο Θάλασσα, με σκωτσέζικα ενδεκαμελή πληρώματα, τα οποία είχαν δεχτεί τροποποιήσεις για τον ανθυποβρυχιακό αγώνα. Για τον εντοπισμό των υποβρυχίων χρησιμοποιούσαν ατσάλινα δίχτυα μήκους 1.000 γιαρδών που έφταναν σε βάθος 25 μέτρων, ενώ στη συνέχεια εξοπλίστηκαν και με υδρόφωνα. ‘Έπλεαν με μικρή ταχύτητα, ρυμουλκώντας το βυθισμένο δίχτυ, το οποίο χάρη σε ένα σύστημα πλωτήρων και βαριδιών παρέμενε σε κάθετη θέση κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας.  Φωτεινοί σημαντήρες ειδοποιούσαν το πλήρωμα όταν ένα δίχτυ παρασύρονταν από υποβρύχιο και αυτό με τη σειρά του, διαμέσου ασυρμάτου, ειδοποιούσε τα πολεμικά. Ο οπλισμός τους αποτελούνταν από βόμβες βυθού και από πυροβόλα 47/50 ή 57/43 για μια πρώτη προσβολή. Επιχειρούσαν προστατευμένα από καταδρομικά και αντιτορπιλικά και τα πληρώματά τους είχαν εκπαιδευτεί στην Ιταλία.

Ο αλιευτικός στόλος συμπληρώνονταν από τα trawlers, μεγαλύτερες ανεμότρατες με δύο κατάρτια και τα chalutier, μικρές γαλλικές ανεμότρατες της Βόρειας Θάλασσας που επιχειρούσαν με ιταλική σημαία αλλά με γαλλικά πληρώματα.

Αν και το σύστημα των drifters θεωρούνταν έγκυρο, ωστόσο δεν πέτυχε τα αναμενόμενα αποτελέσματα λόγω του περιορισμένου αριθμού των συνεργαζόμενων μέσων.

Στα τέλη Απριλίου του 1916 το κινητό φράγμα αναπτύσσονταν σε τρεις ζώνες:
• η πρώτη, που σύνδεε τους Οθωνούς με το Ότραντο και πιο νότια, στην Σάντα Μαρία ντι Λέουκα, είχε ανατεθεί στα drifters.
• η δεύτερη, βόρεια της προηγούμενης, είχε ανατεθεί σε βρετανικές και ιταλικές τορπιλακάτους, με σκοπό να αναγκάσουν τα εχθρικά υποβρύχια να καταδυθούν πριν εισέλθουν στη ζώνη των drifters.
• η τρίτη, νότια των δύο πρώτων και δυτικά της Κέρκυρας, είχε ανατεθεί σε γαλλικές μονάδες.

Στα τέλη του 1916 οι ζώνες αυξήθηκαν και το κινητό φράγμα μεγάλωσε, με σκοπό να καλύψει μια περιοχή μεγαλύτερη της αυτονομίας εν καταδύσει των εχθρικών υποβρυχίων. Ωστόσο, πάντα λόγω έλλειψης μέσων, τα αποτελέσματα δεν καλυτέρευσαν.

To μόνιμο ατσάλινο φράγμα μεταξύ Κέρκυρας και Ότραντο (1918) σε σκίτσο του ιταλικού ΓΕΝ. Διακρίνονται οι κωδικοί των βυθισμένων υποβρυχίων.

Σταθερό φράγμα

Αν και κατά τη διασυμμαχική Σύσκεψη στη Κέρκυρα τον Απρίλιο του 1917 οι Βρετανοί επέμεναν πως ο αποκλεισμός έπρεπε να συνεχιστεί με το κινητό φράγμα, κατά τους επόμενους μήνες δεν σημειώθηκαν καλύτερα αποτελέσματα. Αντίθετα, μια έξοδος ελαφρών αυστροουγγρικών μονάδων βύθισε 14 drifters, φέρνοντας σε αμηχανία το αγγλικό Ναυαρχείο και αναγκάζοντάς το να διακόψει προσωρινά τις νυχτερινές περιπολίες, μέχρι να οργανωθούν ισχυρές συνοδείες από ιταλικά και αυστραλέζικα αντιτορπιλικά. Το βάθος των διχτυών των αλιευτικών αυξήθηκε από τα 25 στα 40 μέτρα αλλά τα υποβρύχια κατάφερναν ακόμα να το αποφεύγουν.

Κατά τα τέλη του 1917 άρχισαν οι συζητήσεις μεταξύ Άγγλων, Γάλλων και Ιταλών για τη κατασκευή ενός σταθερού φράγματος, μοναδική λύση για τον αποκλεισμό της Αδριατικής αλλά η τελική απόφαση πάρθηκε στη Ρώμη μόνο τον Φεβρουάριο του 1918, λόγω των αγγλικών ενδοιασμών. Από τεχνολογική άποψη η τεχνολογία του υποβρύχιου φράγματος συνδυασμένου με υποβρύχιες εκρηκτικές παγίδες ήταν ήδη διαθέσιμη. Οι τρεις σύμμαχοι επωμίσθηκαν και το υψηλό κόστος της κατασκευής. Το προβλεπόμενο μήκος του φράγματος ήταν 66 χλμ και η συνολική επιφάνεια του ατσάλινου διχτυού ήταν 3.300.000 τ.μ. Προβλεπόμενο κόστος: 3.238.000 λιρέτες της εποχής.

Το φράγμα αποτελούνταν από 30 τμήματα, καθένα μήκους 2,2 χλμ. Το ανώτερο τμήμα βρίσκονταν 10 μέτρα κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας και το κατώτερο έφτανε σε βάθος 50 μέτρων. Όπου χρειάστηκε, τοποθετήθηκε διπλό γιά να καλύψει μεγαλύτερα βάθη. Γυάλινα κλειστά δοχεία, πλωτήρες, αντίβαρα και τσιμεντένιες άγκυρες το κρατούσαν στο επιθυμητό βάθος. Το δίχτυ ήταν ιταλικής κατασκευής ενώ ο οπλισμός του, που αποτελούνταν από νάρκες De Quillacq, ήταν γαλλικός.

Τον Φεβρουάριο του 1918 μέσα σε έξι μέρες τοποθετήθηκε το πρώτο τμήμα μήκους 14 χλμ, το οποίο έκλεινε το πέρασμα Οθωνοί-Μαθράκι-Κέρκυρα. Για το υπόλοιπο τμήμα μέχρι το Ότραντο οι εργασίες άρχισαν τον Απρίλιο και ολοκληρώθηκαν σε 141 εργάσιμες ημέρες, στις 30 Σεπτεμβρίου. Στα ενδιάμεσα οι εργασίες είχαν αναγκαστεί να σταματήσουν για 20 ημέρες λόγω έλλειψης υλικών. Στo δίχτυ συνδέθηκαν 429 σημαντήρες με 180 χλμ ατσάλινων κάβων και 720 νάρκες, καθεμία με εκρηκτική γόμωση 35 κιλών μελινίτη (ένα μίγμα πικρικού οξέος και βαμβακοπυρίτιδας).

Βέβαια, το σταθερό φράγμα δεν απέκλειε το κινητό αλλά το συμπλήρωνε. Πράγματι, για τις περιπολίες στην περιοχή αναπτύχθηκαν 34 βρετανικά αντιτορπιλικά, 6 αυστραλέζικα και 12 γαλλικά, 76 drifters και 48 trawlers, μαζί με 36 ιταλικά MAS (τορπιλάκατοι) στα οποία αργότερα προστέθηκε ένας στολίσκος αμερικανικών chasers (οικονομικά ανθυποβρυχιακά ξύλινα σκάφη μήκους 34 μ. με βάση στη Κέρκυρα) και 20 αγγλικά υποβρύχια με βάση το Μπρίντιζι. Αεροπορικές δυνάμεις με έδρα το Μπρίντιζι, Ότραντο, Αυλώνα και Κέρκυρα περιπολούσαν και επιχειρούσαν κατά των αυστροουγγρικών βάσεων.

Tμήμα του ατσάλινου φράγματος πριν ποντιστεί.

Σκίτσα του φράγματος

Αποτελεσματικότητα

Κατά την περίοδο Απρίλιου – Νοέμβριου 1918 σημειώθηκαν 227 επαφές με εχθρικά υποβρύχια και εκτελέστηκαν 86 προσβολές, στις 69 εκ των οποίων δηλώθηκαν αμφίβολα αποτελέσματα. Οι Σύμμαχοι μπόρεσαν να ανακοινώσουν τη σίγουρη βύθιση 2 μόνο υποβρυχίων, πιθανή βύθιση άλλων 6 και την πιθανή πρόκληση ζημιών σε άλλα 10. H αποτελεσματικότητα του φράγματος αποδείχτηκε τις πρώτες μέρες του Αυγούστου 1918, όταν το υποβρύχιο U53 μπλέχτηκε στο φράγμα και καταστράφηκε.

Το πιο σημαντικό αποτέλεσμα σημειώθηκε τον Ιούνιο του 1918: Βλέποντας την αποτελεσματικότητα του αποκλεισμού ο Ούγγρος ναύαρχος Miklós Horthy αποφάσισε να βγει στην Αδριατική για να τον σπάσει, με τα 4 θωρηκτά κλάσης Tegetthoff, τα διαμάντια του αυστροουγγρικού στόλου. Ήδη πλησίον των δαλματικών ακτών ένα από αυτά θα βυθιστεί από τορπίλη ιταλικής τορπιλακάτου ενώ ένα άλλο θα γλυτώσει από θαύμα, όταν μια άλλη τορπίλη δεν εξερράγη. Βλέποντας την απώλεια του θωρηκτού και την απώλεια του αιφνιδιασμού πριν καν φτάσει πλησίον του φράγματος, ο Horthy θα αντιστρέψει την πορεία του και θα επιστρέψει στη βάση, όπου τα αυστροουγγρικά θωρηκτά θα παραμείνουν μεχρι το τέλος του πολέμου. Σίγουρα, αν ο αυστροουγγρικός στόλος κατάφερνε να διασπάσει τον αποκλεισμό, τότε θα κινδύνευε άμεσα και η Κέρκυρα, στα πλαίσια της συγκεκριμένης επιδρομής και όχι βέβαια μιας σύνθετης κατάληψης.

Παρά τον συνολικά περιορισμένο αριθμό υποβρυχίων που εξουδετερώθηκαν κατά την περίοδο του πολέμου, το φράγμα έφερε σε πέρας την αποστολή του, αποκλείοντας εντελώς το πέρασμα από/προς την Αδριατική στα εχθρικά πλοία.

Θλιβερός επίλογος

Οι πολεμικές επιχειρήσεις στα ιταλικά ύδατα έληξαν στις 4 Νοεμβρίου. Στις 7 Νοεμβρίου τα σκάφη του κινητού φράγματος αποσύρθηκαν και οι Κεντρικές Αυτοκρατορίες παραδόθηκαν στις 11, οπότε το πρόβλημα παρέμεινε για το τι θα γίνει με τα σταθερό φράγμα.
Διορίστηκε μια ειδική αγγλο-γαλλο-ιταλική επιτροπή, η οποία συνεδρίασε στο Μπρίντιζι και αποφάσισε πως η Γαλλία θα κατέστρεφε το τμήμα Οθωνοί-Μαθράκι-Κέρκυρα, αλλά σχεδόν όλο το υπόλοιπο θα παρέμενε εκεί που ήταν. Το πρόβλημα ήταν καθαρά οικονομικό. Το ανακτήσιμο υλικό μεταξύ Οθωνών και Ότραντο είχε μια αξία στην αγορά γύρω στις 130.000 λιρέτες (25 φορές λιγότερο απ’ όσο κόστισε), ενώ τα καύσιμα που απαιτούνταν για τις τέσσερις μονάδες που θα χρησιμοποιούνταν για τους τέσσερις μήνες των προβλεπόμενων εργασιών θα κόστιζαν 480.000 λιρέτες, επομένως η ανάκτηση ήταν ασύμφορη. Εξάλλου, σύμφωνα με το σκεπτικό, τα περισσότερα πλοία επιφανείας που περνούσαν από εκεί είχαν βύθισμα μικρότερο των 10 μέτρων και δεν θα το άγγιζαν… Αποφασίστηκε λοιπόν πως οι Ιταλοί και οι Γάλλοι θα κατέστρεφαν τρία μίλια φράγματος μπροστά από κάθε ακτή, ενώ για τα υπόλοιπα τμήματα θα συμφωνούσαν αργότερα… Με αυτό τον άδοξο τρόπο έκλεινε η ιστορία ενός από τα πιο σημαντικά έργα θαλάσσιας μηχανικής του Μεγάλου Πολέμου.

 

Σπύρος Ιωνάς

Το κείμενο προέρχεται από μια μελέτη του Γραφείου Ιστορίας του Ιταλικού Επιτελείου Ναυτικού

* * *